5 Ιουλ 2016
5 Ιουν 2016
To Facebook και η προεκλογική εκστρατεία. Κάποιες σκέψεις…
To Facebook και η προεκλογική εκστρατεία. Κάποιες
σκέψεις…
Καλά καλά δεν ήξεραν τη
χρήση του διαδικτύου. Κι έβλεπες λίγους μήνες πριν τις εκλογές τα προφίλ των
υποψηφίων να ξεφυτρώνουν το ένα μετά το
άλλο. Τα κομματικά επιτελεία επιστρατεύτηκαν, οι φωτογραφίες από τις
προεκλογικές δραστηριότητες έδιναν κι έπαιρναν, συνεντεύξεις, δείπνα, χαμόγελα…
Όμως οι φωτογραφίες των προφίλ(ιδιαίτερα αυτές) έκλεβαν την παράσταση. Οι
υποψήφιοι επιστράτευσαν τα πιο επιτηδευμένα χαμόγελα,στόχος τους να εμπνεύσουν
τους ψηφοφόρους. Η φωτογραφία, δίπλα η αφίσα του κόμματος και ο αριθμός στο
ψηφοδέλτιο. Πανομοιότυπα.
Δέλεαρ ή ψευδαίσθηση η προβολή μέσα από τα μέσα
μαζικής δικτύωσης;
Μήπως τελικά δεν ήταν
παρά μέσα τεχνητής υποστήριξης, με αμφίβολο αποτέλεσμα;
Τώρα οι εκλογές
τέλειωσαν, τα αποτελέσματα βγήκαν. Τα κόμματα καταγράφουν ανόδους και απώλειες.
Άλλοι μουδιασμένοι, άλλοι προβληματισμένοι, ικανοποιημένοι κάποιοι άλλοι…
Μένουν αναρτημένα,
ακόμα, στο face
book
εκείνα τα προφίλ των υποψηφίων, που έγιναν για να εξυπηρετήσουν την προεκλογική
εκστρατεία. Έμειναν ακόμα εκεί να χαμογελούν και να περιμένουν κάποιο αόρατο
μετεκλογικό σφουγγάρι να τα διαγράψει…Και σιγά σιγά το χαμόγελο σβήνει, οι
φωτογραφίες ξεθωριάζουν μαζί με τις ελπίδες…Εικόνες που προκαλούν πια αίσθηση
μελαγχολίας…
Όπως και να ΄χει,καλή
θητεία στη νέα βουλή.
Σε τούτη τη λαβωμένη
και μοιρασμένη πατρίδα…Τα δύσκολα έπονται.
Εύα Νεοκλέους
Υστερόγραφο:το κείμενο
γράφτηκε αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές(21/05/2016) και το ανάρτησα στο facebook.Θεωρείται
αυτονόητο πως δεν αφορά όλους τους υποψηφίους.Αναφέρεται σε κάποιους από αυτούς,
οι οποίοι δεν είχαν, έως τότε, καμιά
σχέση με τα μέσα μαζικής δικτύωσης.Με την πολιτική άραγε είχαν;
Αυτό είναι ένα
άλλο ερώτημα.
5 Απρ 2016
Ποιήματα για την ποίηση
![]() |
| Φωτό:Εύα Νεοκλέους |
Οι ποιητές είναι κύπριοι ή έχουν στενή σχέση με την Κύπρο.
Σημείωση:θα συνεχίσουμε με την ίδια θεματική,γι΄αυτό αναμένουμε και δικά σας ποιήματα.
*****
Θέμα ισορροπίας
Σταύρος Σταύρου
Οι ποιητές αρέσκονται
στο να κάθονται κοντά στη φωτιά.
Όχι για τίποτα ρομαντισμούς και τέτοια,
μα νιώθουν από πολύ νωρίς
πως έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς
με δαύτηνε.
Σιγά-σιγά αρχίζουν να γράφουν
πιο μέτρια ποιήματα
ή έστω πιο μακριά από αυτό
που θέλουν να πουν και κρυώνουν
και κάθονται ολοένα και πιο κοντά στη φωτιά
και η εξίσωση όλο και μεγαλώνει
η απόσταση όλο και μικραίνει
ώσπου μια μέρα η φωτιά γλείφει τα χέρια τους
χαϊδεύει τα μπατζάκια τους
τυλίγει τα πόδια τους
το κορμί όλο
και μένει μόνο η ψυχή τους
κατάμαυρη μες την καμινάδα
και δεν τους ξαναβλέπει κανείς.
Γι’ αυτό σου λέω
δεν είναι θέμα ρομαντισμού
είναι θέμα ισορροπίας
είναι θέμα αυτό που καίει μέσα τους
να βρει αυτό που καίει έξω τους
και να πυρπολήσει τα πάντα.
******
Απολογία
Πάμπος Κουζάλης
Όλα τα λόγια μου είναι αλλωνών. Το ομολογώ. Τα βρήκα κρεμασμένα σε σχοινάκια, νοτισμένα απ’ τις πρωινές απορίες. Τα φόρεσα. Περπάτησα. Με γεια, μου λέγαν όλοι. Ξένα σταφύλια γεύτηκα, δυο λόγια ν’ αποστάξω. Κι οι μέρες μου όλες δανεικές, με λύπες και χαρές τους μισθωμένες. Τα χέρια μου διάστικτα από βουβές κηλίδες. Χιλιάδες χρόνια σας μιλώ, μ’ απόκριση δεν παίρνω. Μόνο η μιμόζα η ντροπαλή τους μίσχους χαμηλώνει. Του πλήθους οι βραχίονες υψωμένοι το μπλε διαρρηγνύουν ιμάτιο τ’ ουρανού. Μ’ ένα μολύβι πέμπω σας βραχύχρονα στιχάκια. Άλλο δεν έχω να προσθέσω. Αποστροφή τώρα χαρίστε μου του βλέμματος. Το αλέτρι μου το ξύλινο θα σύρω, τους ύστερους που κληροδότησε ο παππούς μου σπόρους για να θάψω.
Από την Ποιητική Συλλογή "ένα"
******
Ακροβάτες
Αθηνά Τέμβριου
Ακροβατούμε σ’ένα σχοινί
ατενίζοντας τον ορίζοντα
πάνω από τις θάλασσες,
πάνω από τα βουνά·
συναντώντας μικρούς θεούς
η διαδρομή χαράζει το αίνιγμα,
προδιαθέτει άσκηση
για να μην πέσουμε,
μην διακοπεί το ταξίδι και
συναντήσουμε το κενό
ακόμη μια φορά
σαν πριν απ’ την γέννησή μας,
απ’ το σκοτάδι στο φως,
αιώνια, σφαιρικά, με στιγμές
π’αγαπήσαμε.
******
Ποίηση, άχραντο μυστήριο
Ανδρέας Τιμοθέου
Ώρα πρώτη κι ο θίασος έξω απ’ την πόρτα.
Χτυπά κι ανοίγω ευλαβικά,
όπως έμαθα άλλωστε να κάνω.
Τα βλέμματά μας αντικριστά
και απ’ το μυαλό μου περνάς εσύ…
Έτσι όπως ξέρεις να με κερδίζεις κάθε φορά,
να με παρηγορείς, να με φροντίζεις, να με συντηρείς.
Με καταριέσαι πάλι με την ευλογία,
δεν αντιστέκομαι,
παραδίνομαι ερωτευμένος.
Υπόσχεσαι στιγμές
απ’ τη χώρα του αχωρήτου
και γνέφω θεληματικά.
Ολόδικός σου.
Στις λέξεις, στους στίχους, στις στροφές.
Ποίηση, άχραντο μυστήριο.
*****
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΕΓΡΑΦΕ
ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ
Δημήτριος Γκόγκας
Είχε συνηθίσει να περπατά
μόνος στο πεζοδρόμιο.
Από την μια άκρη της πόλης
μέχρι την άλλη.
Κρατούσε στα χέρια του μια
μακριά πένα
Όμοιο φτερό πουλιού
Κι έγραφε – έγραφε πάνω στους λερωμένους, από
την ανθρώπινη έπαρση,
τοίχους.
Την επομένη δεν υπήρχαν τα
ποιήματά του.
Όταν έβρεχε πετούσε τα ρούχα
του.
Όπως αφαιρούσε τις λέξεις
από τους στίχους.
Έμενε γυμνός.
Όπως τις χήρες λέξεις που
πάλευαν με τα κοσμητικά
μη γίνουν και τούτες πλούσιες
προτάσεις,
στα χαρακώματα μιας
πληκτικής νουβέλας.
Και ενώ
οι μπογιατζήδες πιάνανε
δουλειά τα ξημερώματα,
αυτός συνέθετε τους στίχους
στα όνειρά του.
Το πρωί σαν οι αγύρτες πίνανε
τσάι και αφεψήματα
Νυσταλέοι στις επαύλεις τους
Στίχοι ξεφεύγαμε από το βαρύ
σπιτικό
Μέσα από καμινάδες και
υπόγειους διαδρόμους
Και τρέχαμε να προλάβουμε
Την Ανατολή αν ήταν μπορετό
Την Δύση και τον Βορρά
Τον νότο με τους θερμούς
αέρηδές του.
Παίζαμε κρυφτό κυνηγητό και
γλυτωμό
Με τους χαφιέδες στα σοκάκια
και τους δρόμους
Έπεφταν κι πρώτες πιστολιές
Γυρίζαμε στο σπιτικό κάποιοι
στίχοι χωρίς λέξεις
Κάποιο στίχοι με τις λέξεις
μισές.
Τ΄ αφεψήματα τότε γινότανε
οινόπνευμα
Κι έτσουζε ο ήλιος
στο λαρύγγι .
Ο ποιητής συνέχιζε να περπατά
μόνος στο πεζοδρόμιο
Να γράφει στους τοίχους που
βάφηκαν στο χρώμα του
μολυβιού.
Τώρα πια ποιος τους διαβάζει
πλην της βροχής που ρουφάει
το μεδούλι τους;
Οι χαφιέδες που ακόμα μας
κυνηγούν;
Οι αγύρτες που πίνουν τσάι
στις νέες αποικίες τους;
Εμείς, μόνες λέξεις στις ζωές
που γεννιόμαστε
Ο ποιητής αναγνώστης
τυφλός .....
******
Χωρίς ενοχές
Ανδρέας Καρακόκκινος
Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και ψεύτικα παραμύθια.
Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.
Θάβουμε ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.
******
Ποίηση δεν είναι…
Εύα Νεοκλέους
Δεν είναι η ποίηση
θαυμαστικά φτιασιδωμένα
να τα περιφέρουν σε συνάξεις,
στιχάκια με λεξούλες γλυκερές
να συμπληρώνουν βιογραφικά
των αταλάντων.
Είναι η ποίηση καημός
κι οι λέξεις της πληγές
που αναβρύζουν αίμα.
Δεν έχει ανάγκη
από ορισμούς η ποίηση,
μην επιμένετε…
έχει δικό της τρόπο
να ορίζει τις σιωπές σας…
(Συλλογή υπό έκδοση)
******
17 Μαρ 2016
Κωνσταντίνος Μάντης:Εύα Νεοκλέους "Παραδοχές"
Παραδοχές
Πώς να τ’ αντέξω τούτο τ’ όνειρο
έτσι που βγήκε απ’ την αρχή κλεμμένο.
Μετέωρα βήματα.
Τώρα, η ώρα της σιωπής
τώρα, του ανείπωτου πόνου οι μέρες.
Θα κλείσω του γαλάζιου τα παράθυρα
σαν τις καλές τις παρενθέσεις της ελπίδας
θα βγω ξανά στα βολικά και γνώριμα
έτσι, καθώς ταιριάζει στη ζωή
την καθώς πρέπει.
Κι όταν τα όνειρα
τις νύχτες θα ουρλιάζουνε
————–τη φρίκη της παραίτησης
————–θα καταθέτω…
Η Εύα Νεοκλέους καταγράφει με τον πλέον εναργή τρόπο το πέρασμα σ’ εκείνη τη στιγμή της ωριμότητας που επιτρέπει στο άτομο να φτάσει στην επώδυνη παραδοχή της οριστικής διάψευσης των ονείρων και των βλέψεων της νεανικής ηλικίας. Ζητούμενο εδώ δεν είναι η αναζήτηση εκείνων των εκφραστικών μέσων που θα επιδίωκαν τον εντυπωσιασμό του αναγνώστη –δεν υπάρχει στην ποίηση της Εύας Νεοκλέους η ανασφάλεια του πρωτόπειρου δημιουργού∙ ζητούμενο είναι η ειλικρινής απόδοση της προσωπικής αλήθειας. Η ψυχική ωριμότητα της ποιήτριας δεν επιτρέπει υπεκφυγές και ωραιοποιήσεις, και πολύ περισσότερο δεν επιτρέπει τη δίχως νόημα παράταση της ελπίδας για εκείνα που έχουν οριστικά πια διαψευστεί. Το αέναα συντηρούμενο όνειρο με ανυπόστατες προσδοκίες δεν έχει θέση στον ποιητικό αυτό λόγο που βασίζει την ύπαρξή του στα γερά θεμέλια της αυτογνωσίας και του ρεαλισμού.
«Πώς να τ’ αντέξω τούτο τ’ όνειρο
έτσι που βγήκε απ’ την αρχή κλεμμένο.
Μετέωρα βήματα.»
Το ερώτημα κι η διαπίστωση της πρώτης στροφής συνθέτουν κατά τρόπο πλήρη την ψυχολογική οδύνη που προκαλεί η παρατεταμένη επιδίωξη ενός ονείρου ανέφικτου στην ουσία του και εξαρχής ασύμβατου με την πραγματική προσωπικότητα του ποιητικού υποκειμένου. Το όνειρο αυτό μοιάζει να είναι ήδη απ’ την αρχή κλεμμένο, καθώς, μιας και δεν έφτασε έγκαιρα στην υλοποίησή του, αποκαλύπτει σταδιακά πως δεν υπήρξαν ποτέ η κατάλληλες προϋποθέσεις για την ευόδωσή του. Ίσως να αποτέλεσε την ευτυχή πραγματικότητα άλλων ανθρώπων σε άλλους ή και κοντινούς τόπους, σε άλλες ή παράλληλες χρονικές περιόδους, μα σίγουρα δεν ήταν ποτέ εφικτό για το ποιητικό υποκείμενο.
Ένα όνειρο μη προσεγγίσιμο, η επιδίωξη του οποίου οδηγούσε για καιρό την ποιήτρια σε βήματα ασταθή, σε βήματα μετέωρα, που δεν της προσέφεραν την αίσθηση μιας σταθερής και σίγουρης πορείας. Ένα όνειρο που την οδηγούσε σε λανθασμένες αποφάσεις, στην απώλεια πολύτιμου χρόνου και στο στέγνωμα τον ψυχικών της δυνάμεων, αφού βρισκόταν σε διαρκή, μα άγονη αναμέτρηση με κάτι που δεν μπορούσε εκ των πραγμάτων ποτέ να αποκτήσει ή να γίνει η ίδια.
«Τώρα, η ώρα της σιωπής
τώρα, του ανείπωτου πόνου οι μέρες.»
Η ποιήτρια συνειδητοποιεί πως οφείλει να εγκαταλείψει πια τη μάταιη και ψυχοφθόρα προσπάθεια για μια επίτευξη που δεν έρχεται, έστω κι αν γνωρίζει πως αυτό θα της κοστίσει πολύ. Το όνειρο που τόσο θέλησε υπήρξε μέρος της ταυτότητάς της για ένα μεγάλο διάστημα κι αυτό σημαίνει πως εγκαταλείποντάς το θα πρέπει συνάμα να εγκαταλείψει -να φονεύσει σχεδόν- κι ένα κομμάτι του εαυτού της. Μια απόφαση ή καλύτερα μια συνειδητοποίηση που απαιτεί μεγάλο ψυχικό σθένος και ικανά αποθέματα υπομονής, αφού ό,τι θα της απομείνει πλέον θα είναι οι μέρες εκείνες του μέλλοντος που δεν θα έχουν πια την ελπίδα να τις συντηρεί και να τις καθιστά, αν όχι ευτυχισμένες, τουλάχιστον ανεκτές.
Τώρα, όμως, είναι η ώρα της σιωπής∙ είναι η ώρα να επισφραγιστεί μια και καλή η απόφαση να εγκαταλειφθεί το όνειρο που την παραπλάνησε -μα της επέτρεψε κιόλας να έχει το στήριγμα της προσδοκίας.
«Θα κλείσω του γαλάζιου τα παράθυρα
σαν τις καλές τις παρενθέσεις της ελπίδας
θα βγω ξανά στα βολικά και γνώριμα
έτσι, καθώς ταιριάζει στη ζωή
την καθώς πρέπει.»
Η ποιήτρια δεν αποδέχεται να παραμένει πλέον έρμαιο ανέφικτων ελπίδων και ενός ονείρου που διαφέντεψε για καιρό τη ζωής, ορίζοντας εκείνο τις επιμέρους επιλογές της και εξαναγκάζοντάς τη να ανέχεται μια ανειλικρινή εικόνα της ζωής. Λαμβάνει, έτσι, η ίδια ενεργό ρόλο και αποφασίζει να κλείσει τα παράθυρα του γαλάζιου, τα παράθυρα των υποσχέσεων που της έδειχναν όλα εκείνα τα θέλγητρα μιας πλήρους ζωής, χωρίς ποτέ να φέρνουν την εκπλήρωσή τους. Η ποιήτρια είναι έτοιμη να κλείσει τις παρενθέσεις της ελπίδας και να επιστρέψει ξανά στα βολικά και στα γνώριμα που ήδη αποτελούσαν το κύριο πλαίσιο της ζωής της, όσο η ίδια αφηνόταν στη χιμαιρική προσμονή μιας άλλης, διαφορετικής έκβασης των πραγμάτων.
Η επιστροφή στα βολικά, στα εύκολα δηλαδή, και στα ήδη γνωστά, που δεν κρύβουν εκπλήξεις, μα δεν απαιτούν κιόλας ανέφικτες υπερβάσεις, φέρνουν την ποιήτρια στο χώρο της καθώς πρέπει ζωής, στο χώρο όπου οι άνθρωποι υποτάσσονται στους αναγκαίους συμβιβασμούς της πραγματικότητας και δέχονται τα πράγματα όπως είναι. Χώρος οικείος και φαινομενικά δίχως κινδύνους∙ χώρος νηνεμίας και γαλήνης, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά τα εξωτερικά σχήματα της ζωής, διότι το τι συμβαίνει στην ψυχή του ατόμου που αποφασίζει συνειδητά να εγκαταλείψει την προσδοκία μιας άλλης πραγματικότητας είναι κάτι που απαιτεί να κοιτάξεις πέρα από την εικόνα που δομούν οι επιλογές και οι δράσεις της καθημερινότητας για να το αντιληφθείς∙ είναι κάτι, εντούτοις, που η ποιήτρια έχει το κουράγιο και τη δύναμη να μας το φανερώσει.
«Κι όταν τα όνειρα
τις νύχτες θα ουρλιάζουνε
————–τη φρίκη της παραίτησης
————–θα καταθέτω…»
Πέρα, λοιπόν, από τη φαινομενική γαλήνη της καθημερινότητας του ανθρώπου που συμβιβάστηκε με τα γνώριμα και τα βολικά της ζωής, υπάρχει η εσωτερική πάλη με τα όνειρά του. Υπάρχει ο συνεχής εκείνος αγώνας με τις ελπίδες για μια ζωή πολύ πιο κοντά στις εσώτερες επιθυμίες του∙ για μια ζωή που δεν αναγνωρίζει συμβάσεις και συμβιβασμούς∙ για μια ζωή που δεν αναγνωρίζει την τυπική εκείνη διευθέτηση του καθημερινού χρόνου, ώστε όλα να δίνουν την εντύπωση ενός κοινωνικά αποδεκτού καθωσπρεπισμού. Ένας συνεχής αγώνας που φανερώνει ωστόσο ποιος έχει την αναγκαία ωριμότητα να αρνηθεί στα όνειρά του το δικαίωμα σε μια ανώφελα παρατεταμένη διαιώνιση.
Έτσι, τις νύχτες που τα όνειρα της ποιήτριας θα ουρλιάζουνε, ζητώντας μια ακόμη ευκαιρία να την πλανέψουν με τη γλαφυρή περιγραφή μιας άλλης ζωής, με την ψευδαίσθηση πως η πραγμάτωσή τους δεν είναι ανέφικτη, εκείνη θα καταθέτει μπροστά τους τη φρίκη της παραίτησης∙ τη φρίκη της συνειδητής παραίτησης από το δικαίωμα να ελπίζει κάτι διαφορετικό, κάτι άλλο από αυτό που ήδη γνωρίζει και ζει. Πράξη απολύτως επώδυνη, μα κάποτε και απολύτως αναγκαία προκειμένου το άτομο ν’ απαλλαγεί από την παιδιάστικη αντίληψη πως ποτέ δεν είναι αργά και πως όλα μπορούν -σαν από θαύμα- ν’ αλλάξουν, προσφέροντας απρόσμενες ευτυχίες, εκεί ακριβώς που δεν υπάρχουν οι απαραίτητες προϋποθέσεις για οτιδήποτε το απρόσμενο.
****
Εύα Νεοκλέους «Σημάδια για το δρόμο», Εκδόσεις Ακτίς, 2015.
****
©Κωνσταντίνος Μάντης
*-*-*-*
Σημείωση:Το κείμενο δημοσιεύτηκε στον Ιστότοπο Στάχτες,
τον οποίο και ευχαριστώ θερμά για τη φιλιξενία!
Τον Κωνσταντίνο Μάντη,εξαιρετικό φιλόλογο και καλό φίλο,θα τον βρείτε στο Ιστολόγιό του: Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Κωνσταντίνε,σ΄ευχαριστώ πολύ!
22 Φεβ 2016
Φεγγάρια από την ποιητική συλλογή "Σημάδια για το δρόμο"
![]() |
| Φιλοτέχνηση:Αγγελική Ριαλά |
Όνειρα
Μετρούσα τα φεγγάρια και σε πρόσμενα
χάραζα πινελιές στα σύννεφα
να ’χεις σημάδια για το δρόμο
καλόπιανα τις νύχτες να γλυκάνουνε
να μη φοβάσαι στο σκοτάδι.
Ψιθύριζα τις λέξεις που θα μου ’λεγες
κι ήξερα πριν ακόμα σε γνωρίσω
για του ονείρου σου την ακριβή πνοή.
****
Ο άλλος αιώνας
Έλα
να συλλαβίσουμε μαζί
τις πανσελήνους
της δικής μας αριθμητικής.
Έλα
να στήσουμε καρτέρι
στις ανατροπές.
Όσο που να ανατείλει
ο άλλος αιώνας…
Έλα.
***

Η αλήθεια σου
Αποστάγματα
μιας ατέρμονης αγρύπνιας,
καθώς εσύ πυροδοτούσες γαλαξίες
και η αλήθεια σου φώτιζε
όλου του κόσμου τα φεγγάρια.
****
![]() |
| Ενόραση,απόσπασμα |
![]() |
| Κι ύστερα μου λες |
Σημ. Όλα τα ποιήματα βρίσκονται στην ποιητική συλλογή "Σημάδια για το δρόμο",Εκδ.Ακτίς
2 Φεβ 2016
28 Ιαν 2016
14 Ιαν 2016
"σχεδόν", η νέα ποιητική συλλογή του Πάμπου Κουζάλη
Πρόσφατα(Οκτώβριος 2015) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις παράκεντρο η ποιητική συλλογή "σχεδόν" του καλού φίλου και συναδέλφου Πάμπου Κουζάλη.Πρόκειται για μια εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση,που την χαρακτηρίζει το απλό και το απέριττο.Τα ποιήματα της συλλογής έχουν τα χαρακτηριστικά της ποιητικής γραφής του Πάμπου,σε μια πιο ώριμη και κατασταλαγμένη έκφραση.Ανάμεσα σ΄αυτά και κάποια γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο,όπως το εξαιρετικό ποίημα "Χρυσοπέρτικα" αλλά και το συγκλονιστικό "Τηλεφώνημα",πράγμα που αποτελεί τόλμημα για τον ποιητή.Και τον συγχαίρουμε γι΄αυτό.
Θα επανέλθουμε στο "σχεδόν".Για την ώρα, ας απολαύσουμε μερικά από τα ποιήματα της συλλογής.
Ευχόμαστε Καλή Επιτυχία και καλοτάξιδο να είναι το "σχεδόν",φίλε Πάμπο Κουζάλη!
****
Ο Πάμπος Κουζάλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί για τηλεοπτικές παραγωγές και για θεατρικές παραστάσεις στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Έχει εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές από το Παράκεντρο: «ραπτός λόγος» (2003) και «ένα» (2011)
****
Λαμπεντούζα
Σταθμός πρώτης υποδοχής αποδημητικών ψυχών
Η Αμίρα απ’ το Χαλέπι
περνάει από κόσκινο τ’ αφιονισμένα κύματα
ψιθυρισμούς να βρει ακοίμητες κραυγές
Μα οι θωριές ασώματες μακραίνουν ολοένα
Κι έρχεται του λυκόφωτος το αβέβαιο
ανάμεσα λήθη και πεθυμιά
Όσα της περισσέψαν δάκρυα
τα κλείνει σε μυροδοχείο επάργυρο
Κι αύριο μέρα είναι δίχως φως
Άνακτα ύπνε, μίλα μας όλη νύχτα
μην αποκοιμηθεί κανείς και χάσουμε τον δρόμο
Φτάνουμε σχεδόν
****
Χρέος
Το πατημένο χώμα πάτωμα σαρώνω με φρουκάλι
Θα έρθουνε σε λίγο οι δανειστές να μου πάρουν το σπίτι
Χτυπώ τα πόδια καταγής
να φύγει η σκόνη απ’ τα παπούτσια
Ξυπνάνε κι εξεγείρονται μια δράκα εγγυητές
κεκοιμημένοι από καιρό
άγνωροι πρόγονοι γνώριμοι κληροδότες
Χτυπούν τα χέρια καταγής
κλαίνε κι ανασηκώνονται και χαιρετούν και λένε
Εμείς είναι το πρέπον να πληρώσουμε
Πέρδικες χαμηλοπετούν φωνάζουν τη βροχή
Τα νέφη ανοίγουν την αγκάλη τους
Τρεις αστραπές μαλώνουνε
και κεραυνός περήφανος και πρωτοχορευτής
κόβει στα τέσσερα
δοκάρια και καρφιά
Το πλιθάρι επιστρέφει στην αρχή του
Χώμα μου κι άγιο μου νερό
κι εσύ βελόνι στ’ άχυρα και στάχυ ραγισμένο
Είδα σε που πρασίνισες
κι έριξες άγκυρες καινούργιες να ριζώσεις
Καλή αντάμωση
****
Συνταξιούχος φιλόλογος
Mε τα κουμπιά αθηλύκωτα
με προσπερνούν οι λέξεις
Βγαίνω στη σύνταξη
νέων προτάσεων ελλειπτικών
χωρίς αντικείμενα και αδρανή επίθετα
Μόνο υποκείμενο
Κι ένα ρήμα έρημο
Καμιά φορά το αποδεσμεύω κι αυτό
****
Λαλέδες
Είδα στον ύπνο μου λαλέδες μωβ
σε χώμα ανοιξιάτικο με συγκρατημένη δροσιά
Φώναζα όλη νύχτα τα ξαδέλφια μου
να πάμε στις Ματσικοριθκιές
να μαζέψουμε όσους χωρούσε η αγκαλιά μας
Όι να πάτε πολλά μακριά, λέγαν οι μανάδες, έσιει Τούρκους
Τούρκο δεν είδαμε ποτέ κανένα
Μόνο πολύχρωμα χαλιά σε λόφους μεθυσμένους
Μα ύστερα ήρθαν από εκεί που δεν τους περιμέναμε
Πέφταν με τ’ αλεξίπτωτα
ανάστροφοι λαλέδες
εξόριστοι από τον ουρανό
έκπτωτες άνοιξες
****
Τηλεφώνημα
Ετηλεφωνήσαν μου πως σε ηύρασιν
Κάτω που μιαν ελιάν, είπαν μου
τζι ήταν αλλό θκυο στρατιώτες μαζί σου
Δόξα σοι ο Θεός, λαλώ τους
τουλάχιστον ήταν κάτω που το δεντρόν
τζι εν τους έκρουζεν ο ήλιος τόσον τζιαιρόν
Νερόν είχασιν κοντά τους;
****
Χρυσοπέρτικα
Ο πόνος ο πραματευτής περνά στη γειτονιάν του
Θωρεί τον Λιόντα γελαστόν που κά’ στη λεμονιάν του
Λαλεί του, πόψε έννα χαθεί η μέρα τζιαι το φως σου
Με τέρτιν εκατόφυλλο θα μείνεις μανιχός σου
Η νύχτα μπαίνει φουρκαστή να της το μαντατέψει
της κόρης πως ο χάροντας εν νάρτει να την κλέψει
Η κόρη εσυντρομάχτηκε, βουρά να μανταλώσει
Στο μακρυνάριν έμεινεν κρυφτή για να γλιτώσει
Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ονειρεύτηκα
Με το μασιαίριν του ληστή θερίζει την ο χάρος
Ευτύς εγίνην άφαντος ο σκοτεινός κουρσάρος
Πριχού ν’ αφήκει τη ψυσιή να φκει που τη φωλιάν της
αγκάλιασεν τ’ αγέννητο μωρό μέσ’ την τζιοιλιάν της
Μπαίνει της πόρτας όμορφος ο Λιόντας ποσταμένος
Με μια φωθκιάν πρωτόπλαστην εβρέθηκε ζωσμένος
Το άσπρον το φουστάνι της θωρεί το πορφυρένο
τζι αφήνει πά στα σιείλη της φιλί μαλαματένο
Κοντά στη νεροθκιάβαση με τον φονιάν παλεύκει
Πετά μια χρυσοπέρτικα που δίπλα του τζιαι φεύκει
Ανοίξαν τα επουράνια τζι η αγάπη του φωνάζει
Πρόσεχε, Λιόντα, τζι εν βαστώ να πιω τζι άλλο μαράζι
Εππέσαν τα μασιαίρκα τους στη γην την πικραμένη
τζι εμείνασιν αντικριστοί θκυο βράχοι αρματωμένοι
Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ερωτεύτηκα
****
Θα επανέλθουμε στο "σχεδόν".Για την ώρα, ας απολαύσουμε μερικά από τα ποιήματα της συλλογής.
Ευχόμαστε Καλή Επιτυχία και καλοτάξιδο να είναι το "σχεδόν",φίλε Πάμπο Κουζάλη!
****
Ο Πάμπος Κουζάλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί για τηλεοπτικές παραγωγές και για θεατρικές παραστάσεις στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Έχει εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές από το Παράκεντρο: «ραπτός λόγος» (2003) και «ένα» (2011)
****
Λαμπεντούζα
Σταθμός πρώτης υποδοχής αποδημητικών ψυχών
Η Αμίρα απ’ το Χαλέπι
περνάει από κόσκινο τ’ αφιονισμένα κύματα
ψιθυρισμούς να βρει ακοίμητες κραυγές
Μα οι θωριές ασώματες μακραίνουν ολοένα
Κι έρχεται του λυκόφωτος το αβέβαιο
ανάμεσα λήθη και πεθυμιά
Όσα της περισσέψαν δάκρυα
τα κλείνει σε μυροδοχείο επάργυρο
Κι αύριο μέρα είναι δίχως φως
Άνακτα ύπνε, μίλα μας όλη νύχτα
μην αποκοιμηθεί κανείς και χάσουμε τον δρόμο
Φτάνουμε σχεδόν
****
Χρέος
Το πατημένο χώμα πάτωμα σαρώνω με φρουκάλι
Θα έρθουνε σε λίγο οι δανειστές να μου πάρουν το σπίτι
Χτυπώ τα πόδια καταγής
να φύγει η σκόνη απ’ τα παπούτσια
Ξυπνάνε κι εξεγείρονται μια δράκα εγγυητές
κεκοιμημένοι από καιρό
άγνωροι πρόγονοι γνώριμοι κληροδότες
Χτυπούν τα χέρια καταγής
κλαίνε κι ανασηκώνονται και χαιρετούν και λένε
Εμείς είναι το πρέπον να πληρώσουμε
Πέρδικες χαμηλοπετούν φωνάζουν τη βροχή
Τα νέφη ανοίγουν την αγκάλη τους
Τρεις αστραπές μαλώνουνε
και κεραυνός περήφανος και πρωτοχορευτής
κόβει στα τέσσερα
δοκάρια και καρφιά
Το πλιθάρι επιστρέφει στην αρχή του
Χώμα μου κι άγιο μου νερό
κι εσύ βελόνι στ’ άχυρα και στάχυ ραγισμένο
Είδα σε που πρασίνισες
κι έριξες άγκυρες καινούργιες να ριζώσεις
Καλή αντάμωση
****
Συνταξιούχος φιλόλογος
Mε τα κουμπιά αθηλύκωτα
με προσπερνούν οι λέξεις
Βγαίνω στη σύνταξη
νέων προτάσεων ελλειπτικών
χωρίς αντικείμενα και αδρανή επίθετα
Μόνο υποκείμενο
Κι ένα ρήμα έρημο
Καμιά φορά το αποδεσμεύω κι αυτό
****
Λαλέδες
Είδα στον ύπνο μου λαλέδες μωβ
σε χώμα ανοιξιάτικο με συγκρατημένη δροσιά
Φώναζα όλη νύχτα τα ξαδέλφια μου
να πάμε στις Ματσικοριθκιές
να μαζέψουμε όσους χωρούσε η αγκαλιά μας
Όι να πάτε πολλά μακριά, λέγαν οι μανάδες, έσιει Τούρκους
Τούρκο δεν είδαμε ποτέ κανένα
Μόνο πολύχρωμα χαλιά σε λόφους μεθυσμένους
Μα ύστερα ήρθαν από εκεί που δεν τους περιμέναμε
Πέφταν με τ’ αλεξίπτωτα
ανάστροφοι λαλέδες
εξόριστοι από τον ουρανό
έκπτωτες άνοιξες
****
Τηλεφώνημα
Ετηλεφωνήσαν μου πως σε ηύρασιν
Κάτω που μιαν ελιάν, είπαν μου
τζι ήταν αλλό θκυο στρατιώτες μαζί σου
Δόξα σοι ο Θεός, λαλώ τους
τουλάχιστον ήταν κάτω που το δεντρόν
τζι εν τους έκρουζεν ο ήλιος τόσον τζιαιρόν
Νερόν είχασιν κοντά τους;
****
Χρυσοπέρτικα
Ο πόνος ο πραματευτής περνά στη γειτονιάν του
Θωρεί τον Λιόντα γελαστόν που κά’ στη λεμονιάν του
Λαλεί του, πόψε έννα χαθεί η μέρα τζιαι το φως σου
Με τέρτιν εκατόφυλλο θα μείνεις μανιχός σου
Η νύχτα μπαίνει φουρκαστή να της το μαντατέψει
της κόρης πως ο χάροντας εν νάρτει να την κλέψει
Η κόρη εσυντρομάχτηκε, βουρά να μανταλώσει
Στο μακρυνάριν έμεινεν κρυφτή για να γλιτώσει
Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ονειρεύτηκα
Με το μασιαίριν του ληστή θερίζει την ο χάρος
Ευτύς εγίνην άφαντος ο σκοτεινός κουρσάρος
Πριχού ν’ αφήκει τη ψυσιή να φκει που τη φωλιάν της
αγκάλιασεν τ’ αγέννητο μωρό μέσ’ την τζιοιλιάν της
Μπαίνει της πόρτας όμορφος ο Λιόντας ποσταμένος
Με μια φωθκιάν πρωτόπλαστην εβρέθηκε ζωσμένος
Το άσπρον το φουστάνι της θωρεί το πορφυρένο
τζι αφήνει πά στα σιείλη της φιλί μαλαματένο
Κοντά στη νεροθκιάβαση με τον φονιάν παλεύκει
Πετά μια χρυσοπέρτικα που δίπλα του τζιαι φεύκει
Ανοίξαν τα επουράνια τζι η αγάπη του φωνάζει
Πρόσεχε, Λιόντα, τζι εν βαστώ να πιω τζι άλλο μαράζι
Εππέσαν τα μασιαίρκα τους στη γην την πικραμένη
τζι εμείνασιν αντικριστοί θκυο βράχοι αρματωμένοι
Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ερωτεύτηκα
****
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


















