20 Νοε 2016

Οκτώ χρόνια Επισημάνσεις

Φιλοτέχνηση:Ανδρέας Λοφίτης   
Κλείσαμε αισίως οκτώ χρόνια λειτουργίας.
Και μπορεί μεν, από τότε που κάναμε την πρώτη μας ανάρτηση,
να έχουν αλλάξει πολλά στο χώρο των ιστολογίων,
εμείς όμως δεν πτοούμαστε.Συνεχίζουμε.
Επιμένουμε και συνεχίζουμε με τις επισημάνσεις μας.
Ευχαριστούμε όλους εσάς, 
τους φίλους και τους αναγνώστες μας, που είσαστε εδώ μαζί μας.
Καλή συνέχεια σε όλους μας!
Συνεργασίες και ιδέες για αναρτήσεις πάντα ευπρόσδεκτες! 

23 Οκτ 2016

Εύα Νεοκλέους "Φθίνουν οι χαρές".Μια ανάλυση από τον Κωνσταντίνο Μάντη

Brooke Shaden
 


Εύα Νεοκλέους «Φθίνουν οι χαρές»

Να ξεθωριάζουν άραγε τα όνειρα;
Αναρωτιέμαι τώρα που παγιδεύτηκα
σε σιωπές επώδυνες
τώρα που τα γιατί φοράνε θλίψη.

Κάποτε είχαν τη γεύση της ελπίδας
κι ήταν οι σιωπές γλυκές,
ένα κομμάτι φως που λαχταρούσα.

Για πότε σκλήρυναν τα όμορφα φεγγάρια...
πώς να δεχτώ τ’ άλλο τους πρόσωπο;
Για πότε αρχίσανε να φθίνουν οι χαρές...

Το τίμημα παράταιρης πορείας.
Φοριέται μόνιμα ανάποδα η ζωή
κι εσύ το ξέρεις...

Το πέρασμα από τη γεμάτη υποσχέσεις και προσδοκίες νεότητα που προσφέρει απλόχερα το αίσθημα της ευδαιμονίας, στην περίοδο της ωριμότητας, όπου πια η πραγματικότητα της ζωής έρχεται να περιορίσει δραστικά το εύρος των προσδοκιών, δίνεται από την ποιήτρια μ’ έναν ιδιαίτερο μονόλογο που καταγράφει τη διαδικασία εκείνη της σταδιακής συνειδητοποίησης πως ο χρόνος γκρεμίζει μέρα με τη μέρα την επίπλαστη αίσθηση ότι η ζωή θα είναι πάντοτε ένας φιλόξενος χώρος για τα όνειρα και τις ελπίδες. Ό,τι έμοιαζε παλιότερα μ’ ένα ταξίδι που θα κρύβει παντού νέες συγκινήσεις και πλήθος ευκαιριών, αποδεικνύεται πλέον μια επώδυνη διαδρομή συμβιβασμών και δύσκολων παραδοχών.
Η Εύα Νεοκλέους προσεγγίζει το θέμα της με μια αίσθηση δισταγμού και απορίας, σαν να μη θέλει κι ίδια να πιστέψει το πόσο σκληρή μπορεί να φανεί η ζωή∙ οι δισταγμοί της, ωστόσο, αίρονται αποφασιστικά στο κλείσιμο του ποιήματος με μια διαπίστωση που φανερώνει πως η ποιήτρια γνωρίζει καλά το αληθινό πρόσωπο της ζωής.

Να ξεθωριάζουν άραγε τα όνειρα;
Αναρωτιέμαι τώρα που παγιδεύτηκα
σε σιωπές επώδυνες
τώρα που τα γιατί φοράνε θλίψη.

Το αρχικό ερώτημα του ποιήματος, που μένει σκοπίμως αναπάντητο από την ποιήτρια, είναι αυτό που εμπεριέχει το κλειδί της όλης σύνθεσης, μιας και το πώς θα απαντηθεί διαφέρει από άνθρωπο σε άνθρωπο, όπως ακριβώς διαφέρει κι η πορεία της ζωής του κάθε ανθρώπου. Οι λίγοι εκείνοι που θ’ απαντήσουν αρνητικά, είναι πιθανώς οι τυχεροί ή οι αθεράπευτα αισιόδοξοι, που δεν έχουν λόγο να αισθάνονται απογοητευμένοι ή δεν θέλουν να δεχτούν πως η ζωή θέτει όρια στη δυνατότητα του ανθρώπου να εκπληρώσει τα όνειρά του.
Η ποιήτρια, εντούτοις, που έχει προφανώς αισθανθεί τις απογοητεύσεις της ζωής, είναι ίσως έτοιμη πια να παραδεχτεί πως τα όνειρα πράγματι ξεθωριάζουν, παραδομένα κι αυτά, όπως κι οι άνθρωποι που πάλεψαν να τα πραγματώσουν, στις τόσες και τόσες δυσκολίες της καθημερινότητας και του ανθρώπινου βίου. Είναι, αίφνης, σαν να συναντάμε την αγαπημένη Μαρίνα του Οδυσσέα Ελύτη, τη Μαρίνα των βράχων, σε μια ηλικία που βιώνει και αντιλαμβάνεται τον προφητικό λόγο του ποιητή:

«Στυλωμένη στους βράχους δίχως χτες και αύριο,
Στους κινδύνους των βράχων με τη χτενισιά της θύελλας
Θ’ αποχαιρετήσεις το αίνιγμά σου.»

Η ποιήτρια, όπως κι η Μαρίνα του άλλου ποιήματος, εγκλωβισμένη σε σιωπές που της προκαλούν πόνο, απομένει πια δίχως χτες και αύριο, υπό την έννοια πως από τη στιγμή που περνά η ηλικία της εφηβικής νεότητας -η ηλικία των άπειρων δυνατοτήτων-, δεν υπάρχει πλέον αύριο, δεν υπάρχει, δηλαδή, όλη αυτή η πληθώρα επιλογών και αμέτρητων προοπτικών για το ποια θα είναι τελικά η υπόσταση κι η πορεία της∙ και το χτες, όσα πέρασαν (όσα έμειναν αναξιοποίητα) δε έχουν πια σημασία.
Τώρα πια, τα γιατί, οι κάποτε γεμάτες εύθυμη διάθεση και δυναμισμό νεανικές απορίες, φοράνε θλίψη∙ τώρα πια δεν υπάρχει η ζωτική επιθυμία για την ανακάλυψη των μυστηρίων της ζωής. Τώρα το κάθε γιατί, είναι κι ένα ακόμη επώδυνο ερώτημα απέναντι στις διαψεύσεις και τις απογοητεύσεις που φέρνει το πέρασμα του χρόνου.

Κάποτε είχαν τη γεύση της ελπίδας
κι ήταν οι σιωπές γλυκές,
ένα κομμάτι φως που λαχταρούσα.

Κάποτε τα γιατί, οι απορίες για το πώς της ζωής, είχαν τη γεύση της ελπίδας, αφού η νεότητα φρόντιζε να φωτίζει καθετί με την ευδαιμονία της προσδοκίας και την υπόσχεση συνεχούς χαράς. Έτσι, κι οι σιωπές απέναντι σ’ αυτά τα γιατί ήταν γλυκές, μιας κι η αναμενόμενη απάντηση έμοιαζε μ’ ένα υπέροχο φως που θ’ αποκάλυπτε νέες πηγές απόλαυσης κι ευτυχίας.
Η αντίθεση ανάμεσα στο τότε και στο τώρα επώδυνα δραματική, καθώς τώρα οι σιωπές στα γιατί της ποιήτριας∙ οι απαντήσεις που δεν έρχονται, προκαλούν πόνο και θλίψη, αφού υποδηλώνουν μιαν ακόμη διάψευση.

Για πότε σκλήρυναν τα όμορφα φεγγάρια...
πώς να δεχτώ τ’ άλλο τους πρόσωπο;
Για πότε αρχίσανε να φθίνουν οι χαρές...

Τα όμορφα φεγγάρια που κάποτε αποτελούσαν αφορμή ονειροπόλησης και χαροποιού ρεμβασμού, δεν έχουν πια τη θερμή εικόνα της νεότητας∙ δεν έχουν πια την υποσχετική μορφή της ελπίδας. Το πρόσωπό τους έχει σκληρύνει∙ έχει λάβει πια τη μορφή της άτεγκτης πραγματικότητας που δεν αφήνει περιθώρια για χίμαιρες κι αβάσιμες προσδοκίες. Πρόκειται για μια αλλαγή, εντούτοις, που μοιάζει να έγινε απροσδόκητα, χωρίς να δώσει ικανές ενδείξεις για τον ερχομό της, φέρνοντας το ποιητικό υποκείμενο αντιμέτωπο με την ανάγκη μιας οδυνηρής συνειδητοποίησης. Οι χαρές που κάποτε αποτελούσαν το κυρίαρχο συναίσθημα της ζωής, άρχισαν σταδιακά να μειώνονται, να φθίνουν, δίνοντας τη θέση τους στην απογοήτευση και τη θλίψη.

Το τίμημα παράταιρης πορείας.
Φοριέται μόνιμα ανάποδα η ζωή
κι εσύ το ξέρεις...

Η απατηλή εντύπωση της νεότητας πως μπορεί ο καθένας να ακολουθήσει τη δική του πορεία, αψηφώντας τυχόν συμβάσεις και κοινωνικώς επιτασσόμενες επιλογές∙ η εντύπωση πως μπορεί κανείς να παρεκκλίνει από τα συνήθη και να πάρει, χωρίς κόστος, όποια ρίσκα θέλει, βρίσκει πλέον την οδυνηρή της διάψευση. Όσοι ακολούθησαν τη δική τους παράταιρη πορεία, συνειδητοποιούν πλέον πως δεν έχουν να περιμένουν καμία επιβράβευση ή δικαίωση γι’ αυτό τους το τόλμημα. Αντιθέτως, είναι αναγκασμένοι να ζήσουν με το τίμημα της επιλογής τους και να παλεύουν με τις αδιάκοπες αντιξοότητες μιας πορείας που κινείται αντίθετα στο ρεύμα. Ό,τι και όποιος αψηφά την προδιαγεγραμμένη πορεία, ανακαλύπτει ξαφνικά πως η ζωή του επιφυλάσσει αλλεπάλληλες δοκιμασίες.

Κι αυτό είναι κάτι που «εσύ» το ξέρεις, δηλώνει η ποιήτρια, αφήνοντας αυτό το εσύ να κινείται αμφίρροπα ανάμεσα στον εαυτό της και στον υποψιασμένο αναγνώστη, που αναγνωρίζει τη δική του ζωή σ’ αυτή την επίπονη παράταιρη πορεία. 

[Εύα Νεοκλέους, Σημάδια για το δρόμο, Εκδόσεις Ακτίς, 2015]  
 

Υ.Γ. Θερμές ευχαριστίες στον αγαπητό φίλο και συνάδελφο Κωνσταντίνο Μάντη!
Η ανάρτηση εδώ

4 Σεπ 2016

Στον Θάνο Ανεστόπουλο, που πέθανε ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι...


Ένας μεγάλος ποιητής της γενιάς του, ο Θάνος Ανεστόπουλος, "έφυγε"(3/9/2016) χθες μετά από πολύμηνη μάχη με τον καρκίνο, τον οποίο κοίταξε κατάματα. Ο ίδιος είχε αποκαλύψει πως έπασχε από μεταστατικό καρκίνο των οστών τον Μάιο του 2015.

Από τότε δεν σταμάτησε να πολεμά και να αγωνίζεται, συνεχίζοντας να τραγουδά για την αγάπη, τον έρωτα και τη ζωή.

"Ζήστε την κάθε σας μέρα με αλήθεια, έρωτα, αγώνα και δημιουργία. Ζήστε την κάθε ημέρα σας σαν να ήταν η τελευταία σας. Γιατί συχνά στην καθημερινότητα μας μεγεθύνουμε μικρά προβλήματα παραμερίζοντας και ξεχνώντας τι σπουδαίο και μεγάλο δώρο είναι η ζωή που μας δόθηκε", έγραφε ο Θάνος πριν από μερικούς μήνες.
Όντας εν μέσω της γενναίας του μάχης, είχε προλάβει να μας χαρίσει δύο υπέροχες συναυλίες στην Τεχνόπολη, μαζί με όλα τα μέλη των Διάφανων Κρίνων, σε μια ιστορική επανένωση της μπάντας, μετά τη διάλυση της το 2009. Ακολούθησαν δύο συγκλονιστικές εμφανίσεις στο Παλλάς και στη Μονή Λαζαριστών στη Θεσσαλονίκη.


Τελευταίος σταθμός(Παλλάς 14/5/2016)





Γεννήθηκε στην Αλεξανδρούπολη το 1967 και υπήρξε μέλος των Διάφανων Κρίνων από το 1991, όταν και σχηματίστηκαν. Η αγάπη του Θάνου Ανεστόπουλου για την ποίηση τον ώθησε στην μελοποίηση ποιημάτων μεγάλων ξένων και Ελλήνων ποιητών, που τα συναντάμε σε όλη τη δισκογραφία των Κρίνων. Μια δισκογραφία που ξεκίνησε από το 1994 και ολοκληρώθηκε το 2008. Ποιήματά του έχουν συμπεριληφθεί στο μουσικό βιβλίο των Διάφανων Κρίνων "Ο Γύρος της Μέρας σε 80 Κόσμους" (Ίνδικτος, 2005).

Το 2009 δημιούργησε μαζί με τον μουσικό και συνθέτη Νίκο Πλάτανο, το μουσικό project ''Οι Ποιητές Γυμνοί Τραγουδούν'', βασισμένο σε καινούρια τραγούδια, σε μελοποιήσεις αγαπημένων τους ποιητών, καθώς και σε ανέκδοτες ακουστικές αποδόσεις τραγουδιών από τη δισκογραφία του συγκροτήματος ''Διάφανα Κρίνα''.


"Θα πεθάνω ένα πένθιμο του φθινόπωρου δείλι
μες την κρύα μου κάμαρα όπως έζησα: μόνος
στη στερνή αγωνία μου τη βροχή θε ν' ακούω
και τους γνώριμους θόρυβους που σκορπάει ο δρόμος". Κ.Ουράνης




Όλα αυτά τα χρόνια ο Θάνος Ανεστόπουλος έχει συμμετάσχει σε πολλές συναυλίες κοινωφελούς χαρακτήρα. Στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών έπαιξε στις φυλακές ανηλίκων στην Αυλώνα.


Έγινε η απώλεια συνήθειά μας



Μεταξύ άλλων έγραψε μουσική για τα θεατρικά ''Δεσποινίς Τζούλια'' του Στρίνμπεργκ και ''Σ’ αγαπώ και μου λύπης'', ενώ τραγούδι του συμπεριλήφθηκε στο ''Δον Ζουάν'' του Εθνικού Θεάτρου. Επίσης, τραγούδια του έχουν συμπεριληφθεί σε πολλές ταινίες μικρού μήκους.

Την άνοιξη του 2012 κυκλοφόρησε από την Inner Ear ο πρώτος επίσημος προσωπικός του δίσκος, το "Ως το Τέλος".Τελευταίο του βιβλίο ήταν η ποιητική συλλογή "Αρχίζω με το σ' αγαπώ".


Μέρες αργίας 
 "Ξέρω πως θα `ρθει και δε θα `μαι όπως είμαι,
να τον δεχτώ με το καλύτερο παλτό μου.
Μήτε σκυμμένος στις σελίδες κάποιου τόμου,
εκεί που υψώνομαι να μάθω ότι κείμαι".



****
Καλό σου ταξίδι,Θάνο!Εμείς θα ταξιδεύουμε με τα τραγούδια σου...

17 Αυγ 2016

"Ρίζες μετέωρες",του Άριστου Τσιάρτα

Φωτογραφία:Γιάννης Μπεχράκης(από tvxs)

Ρίζες μετέωρες
του Άριστου Τσιάρτα

«Υπομονή ρε, η αίτηση σου εξετάζεται»,  τον διαβεβαιώνει ξερά και εκνευρισμένα  ο υπάλληλος του Ασύλου στο τηλέφωνο. Ίδια και απαράλλακτη απάντηση  για βδομάδες και μήνες.   Πάει να βρίσει  ή να βλαστημήσει.  Μόλις που κρατιέται.  Ίσα που προλαβαίνει κι αλλάζει ρότα. Κλείνει  με απανωτά και άχαρα «ευχαριστώ κύριε». Μέσα του όμως μένει μια πικρή γεύση, ίδια με  την απογοήτευση του σκύλου που δεν πήρε το κόκκαλο με το λίπος. Στέγνωσε  πια το κορμί και η ψυχή του περιμένοντας το χαρτί του πρόσφυγα.
Βυθίζεται πάλι στην ετοιμόρροπη  ψάθινη  καρέκλα  στο κάτω άκρο του προσφυγικού οικισμού, δίπλα από ένα άνυδρο καλαμιώνα.  Το ραδιοφωνάκι του τρεμοπαίζει αραβική μουσική. Ψάχνει για απαντήσεις και υποσχέσεις για τα παιδιά που τον ρωτάνε κάθε μέρα αν θα φτάσουν σύντομα στον προορισμό τους. 
Χοντροκόκαλος, μ’ ένα σαρκώδες πλατύ  στόμα, τεράστια χέρια και με βαθιά σκαμμένες παλάμες. Ταλαιπωρημένος και  λεκιασμένος από τον καπνό των αμέτρητων τσιγάρων.  Xαριεντίζεται   μόνο  μ’  ένα από τα αρρωστιάρικα γατιά  που τεμπελιάζει μισοκοιμισμένο   στον ώμο του.    Καταφέρνει να διατηρεί ακόμα τα φωτεινά γαλήνια μάτια του,  αλλά τώρα τελευταία δεν θυμίζει τίποτα από την εικόνα του παθιασμένου κτηνίατρου της Λατάκειας. Ελάχιστα ενδιαφέρεται πια για τον έξω κόσμο. Ούτε να φάει, ούτε να δουλέψει ούτε να κοιμηθεί.  Χαζεύει  με τις ώρες την  καχεκτική χαρουπιά  που βρίσκεται σφηνωμένη στον απέναντι βράχο  με τις ρίζες μετέωρες. 
Ο Χαλίντ, έτσι τον έχουνε καταχωρημένο στις λίστες,  είναι παλιός στον  οικισμό.  Ναυαγός της περσινής καραβιάς. Για να γλυτώσουν από τον πόλεμο, έδωσε ό,τι είχε και δεν είχε  για το εισιτήριο της ελπίδας για τον ίδιο, τη γυναίκα και τα τρία του παιδιά.  Στη διαδρομή για Σικελία, το πλεούμενο  έμεινε  μεσοπέλαγα. Έχασαν τον προσανατολισμό. Για ένα μερόνυχτο τους περικύκλωνε  η οσμή του θανάτου. Ο ένας πάνω στον άλλο. Παστωμένοι σαν σαρδέλες. Ούτε κατάλαβε πως έσβησαν όλα με μιας. Όταν συνήλθε, ρώτησε  και έμαθε για τη Λεμεσό. Τον έπιασε απελπισία. Στο άψε σβήσε τους έδωσαν και υπέγραψαν κάτι χαρτιά και τους μετέφεραν στον προσφυγικό οικισμό, σ’ ένα εγκαταλελειμμένο τουρκοχώρι στη μέση του πουθενά. Φιλοξενούμενοι τους είπαν, πιότερο φυλακισμένοι  ένιωθαν παρά μουσαφιραίοι.
Από τότε, παρακολουθεί κάθε πρωί τα  μαύρα κοράκια που κάνουν κύκλους πάνω από το κοντινό Σφαγείο της Κοφίνου. Τον πιάνει σύγκρυο όταν αφηνιάζουν και κατεβαίνουν  χαμηλότερα,  φερμάροντας απειλητικά  τα ζώα που στοιβάζονται παραζαλισμένα  στις ξύλινες μάντρες πριν σφαχτούν και διοχετευτούν στην αγορά.
«Αράμπικ κόφι;». Μάντεψε την επιθυμία μου. Με ασυντόνιστη   περπατησιά, λες και σήκωνε βάρη, δρασκέλισε άτσαλα ένα ξεχειλισμένο κάδο σκουπιδιών και  δυο  τρία πλαστικά δοχεία με τσακιστές πράσινες ελιές σε αλατόνερο. Τις μάζεψε από τα απέναντι ελιοχώραφα. Θα τις πουλήσει στα καφενεία της περιοχής. Οι ντόπιοι, πρόσφυγες κι αυτοί του 74,  σταμάτησαν να μαζεύουν ελιές, τζάμπα κόπος,  λένε. Επέστρεψε σύντομα  από την κουζίνα με τον καφέ  σε πλαστικό ποτήρι. Τον σερβίρει σ ένα  σκουριασμένο τενεκέ λαδιού γυρισμένο ανάποδα που του χρησιμεύει σαν αυτοσχέδιο τραπεζάκι. Μου χαμογελά. Ο καφές πικρός.  Μένει να με κοιτά μέχρι να τον δοκιμάσω, και τότε μόνο χαμογελά.
Πριν προλάβει ν’ ανάψει ένα ακόμη  τσιγάρο, κάτι  πνιχτές παιδικές φωνές από το μέσα δωμάτιο διακόπτονται από  απεγνωσμένα  τσιριχτά. Δεν καταλάβαινες αν είναι από παρακαλετό ή από φοβέρα.   «Δεν την αφήνουν να κλείσει μάτι το βράδυ. Τινάζονται κάθιδρα όλο το βράδυ από πυροβολισμούς και σειρήνες. Μπαμπ - μπαμπ. Φωνές. Κλαίνε αναίτια.  Μετά ησυχία».
Πίσω από μια μαύρη κουβέρτα, κρεμασμένη σαν κουρτίνα στην είσοδο ξεπροβάλλει ένα αλαφιασμένο αδύνατο πιτσιρίκι με  κοντομάνικη φανέλα με στάμπα της Ποδοσφαιρικής Ακαδημίας Χαλκάνωρα Ιδαλίου. Τους τις έφεραν την περασμένη βδομάδα κάτι   μεσόκοπες  κυρίες. Κρατούσαν κάτι πλαστικές τσάντες σαν βαλίτσες. Είπαν πεντέξι κουβέντες στο πόδι, τις ευχαρίστησαν και αυτές γύρισαν στα σπίτια τους.
Πάει να κάτσει  και το μάτι του παίρνει  τη γυναίκα του που εμφανίζεται  από το μέσα δωμάτιο. Μούδιασε. Έκανε ν’ αποφύγει τη συνάντηση με το βλέμμα της. Μάταια. Τον καρφώνει με μια αγανακτισμένη ματιά που απευθύνεται όχι μόνο σ αυτόν αλλά και σε ό,τι την έφερε και την κρατά εδώ. Η ελπίδα ξεμακραίνει  και μοιάζει να πάλλεται από  έξαψη και ανημποριά. Μιλά; Παραμιλά; «Εγώ σου τα ‘λεγα».  Έπιασε πάλι τον ίδιο μονόλογο. Συσπειρώνεται εντός του. Δεν παριστάνει τον αθώο. Είναι ένοχος; Την κοιτάζει λες και ζητά συγχωροχάρτι. «Μη λες άλλα, μη λες άλλα». Η φωνή του χαμηλώνει, σβήνει. Εκείνη στρέφει αλλού το κεφάλι, τραβάει από τη μια, το αγόρι τεντώνεται από την άλλη, ζητώντας επίμονα να ανηφορίσουν για τον παιχνιδότοπο. Παίρνει μια-δυο ανάσες, πάει να ψελλίσει κάτι. Είναι έτοιμη να κρεπάρει. Σταματά. Σηκώνει και σφίγγει το παιδί στην αγκαλιά και  απομακρύνεται.
Ο Χαλίντ χαμηλώνει το βλέμμα. Τα μάτια του θολώνουν.  Ξεψυχισμένα και ανέκφραστα πέφτει σαν το σακί στην  καρέκλα. Μοιάζει να κάθεται στο εδώλιο. Πάει να πει κάτι, οι λέξεις κολλούν στo  σάλιο πριν βγουν από τα χείλη. Κανακεύει πέρα δώθε το γατί  ψυχώνοντάς το. Ακούει το γουργουρητό και αυτό του φτάνει.
Έτσι σκυφτό και αποκαμωμένο τον βρίσκει ξανά η ησυχία του  σούρουπου. Ανασαίνει βαθιά. Βήχει. Ο  αντίλαλος, σαν ταξίδι ανάμεσα στο πριν  και στο μετά επιστρέφει από το απέναντι βουνό. Ο βόμβος της νερομηχανής, ξηρός και διαπεραστικός, ηχεί σαν  τρένο  που απομακρύνεται.
*****
 Σημ.Το διήγημα βραβεύτηκε στον 2ο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό "Μίμης Σουλιώτης" (Πρόγραμμα Μεταπτυχιακών Σπουδών Δημιουργικής Γραφής του Πανεπιστημίου Ανατολικής Μακεδονίας).


1 Αυγ 2016

Εύα Νεοκλέους,ποιήματα για τον Αύγουστο

 
*****
Καλό μήνα Αύγουστο σε όλους!
*****
Με ποιήματα από τα "Σημάδια για το δρόμο" υποδεχόμαστε τον Αύγουστο και ευχόμαστε να΄ναι μήνας με αυγουστιάτικες αποδράσεις,χωρίς άλλο πόνο...Αρκετά μας έφεραν οι Αύγουστοι στον τόπο μας...Κι ας μην φταίνε αυτοί...
 *****
Τα φεγγάρια του Αυγούστου

Ματώνουν τα φεγγάρια τον Αύγουστο
τα φεγγάρια τον Αύγουστο ματώνουν
τον Αύγουστο ματώνουν τα φεγγάρια
ματώνουν...

μην περιμένεις να σου δώσουνε χαρά.
*****


Επιλογικό
I
Μην απορείς
είναι κι αυτό
ένα ακόμα
κτύπημα
του ανελέητου Αύγουστου.

Καιρός
να αποδεχτείς την καταχώρισή του
στα εξιχνιασθέντα εγκλήματα
των εποχών. 

*****

Κάποτε ο Ιούλης…

Άκρως αποθαρρυντικά τα δεδομένα
πολλαπλών ματαιώσεων συνέχεια…
ο ήλιος του Ιούλη
κόντρα στο αξεδιάλυτο του ονείρου.

Κυμάτισμα ελπίδας
με την πρώτη άχνα της ανατολής.
Κατάθεση ψυχής
ανάμεσα στα φτερουγίσματα
των γλάρων
και των φιλιών το ατέλειωτο προσμένοντας.

Κάποτε ο Ιούλης τρελάθηκε
της ανείπωτης θλίψης
και της χαράς που λαχτάρησα
η συνύπαρξη
σ’ ένα πανηγύρι των ανατροπών…

Με τη λαχτάρα του Αυγούστου
ξεγελάστηκα.

*****
Εύα Νεοκλέους,Σημάδια για το δρόμο,Ακτίς 2015

5 Ιουλ 2016

Φωτοδημιουργίες από τα "Σημάδια για το δρόμο", της Εύας Νεοκλέους

*****

 *****
*****
 *****
 *****
***** 
 *****

Σημείωση:Οι στίχοι είναι αποσπάσματα ποιημάτων από την ποιητική μου συλλογή Σημάδια για το δρόμο,Ακτίς 2015.
Οι φωτοδημιουργίες είναι δικές μου.
Απαγορεύεται αυστηρά η αντιγραφή!

5 Ιουν 2016

To Facebook και η προεκλογική εκστρατεία. Κάποιες σκέψεις…




To Facebook  και η προεκλογική εκστρατεία. Κάποιες σκέψεις…
Καλά καλά δεν ήξεραν τη χρήση του διαδικτύου. Κι έβλεπες λίγους μήνες πριν τις εκλογές τα προφίλ των υποψηφίων  να ξεφυτρώνουν το ένα μετά το άλλο. Τα κομματικά επιτελεία επιστρατεύτηκαν, οι φωτογραφίες από τις προεκλογικές δραστηριότητες έδιναν κι έπαιρναν, συνεντεύξεις, δείπνα, χαμόγελα… Όμως οι φωτογραφίες των προφίλ(ιδιαίτερα αυτές) έκλεβαν την παράσταση. Οι υποψήφιοι επιστράτευσαν τα πιο επιτηδευμένα χαμόγελα,στόχος τους να εμπνεύσουν τους ψηφοφόρους. Η φωτογραφία, δίπλα η αφίσα του κόμματος και ο αριθμός στο ψηφοδέλτιο. Πανομοιότυπα.
Δέλεαρ  ή ψευδαίσθηση η προβολή μέσα από τα μέσα μαζικής δικτύωσης;
Μήπως τελικά δεν ήταν παρά μέσα τεχνητής υποστήριξης, με αμφίβολο αποτέλεσμα;

Τώρα οι εκλογές τέλειωσαν, τα αποτελέσματα βγήκαν. Τα κόμματα καταγράφουν ανόδους και απώλειες. Άλλοι μουδιασμένοι, άλλοι προβληματισμένοι, ικανοποιημένοι κάποιοι άλλοι…
Μένουν αναρτημένα, ακόμα, στο face book εκείνα τα προφίλ των υποψηφίων, που έγιναν για να εξυπηρετήσουν την προεκλογική εκστρατεία. Έμειναν ακόμα εκεί να χαμογελούν και να περιμένουν κάποιο αόρατο μετεκλογικό σφουγγάρι να τα διαγράψει…Και σιγά σιγά το χαμόγελο σβήνει, οι φωτογραφίες ξεθωριάζουν μαζί με τις ελπίδες…Εικόνες που προκαλούν πια αίσθηση μελαγχολίας…
Όπως και να ΄χει,καλή θητεία στη νέα βουλή.
Σε τούτη τη λαβωμένη και μοιρασμένη πατρίδα…Τα δύσκολα έπονται.

Εύα Νεοκλέους
Υστερόγραφο:το κείμενο γράφτηκε αμέσως μετά τις βουλευτικές εκλογές(21/05/2016) και το ανάρτησα στο facebook.Θεωρείται αυτονόητο πως δεν αφορά όλους τους υποψηφίους.Αναφέρεται σε κάποιους από αυτούς,  οι οποίοι δεν είχαν, έως τότε, καμιά σχέση με τα μέσα μαζικής δικτύωσης.Με την πολιτική άραγε είχαν;
Αυτό είναι ένα άλλο ερώτημα.

5 Απρ 2016

Ποιήματα για την ποίηση

Φωτό:Εύα Νεοκλέους
Τώρα που κόπασαν οι εκδηλώσεις για την παγκόσμια ημέρα της ποίησης,εμείς την τιμούμε  με ένα δικό μας τρόπο.Δημοσιεύουμε έξι ποιήματα φίλων (και ένα δικό μου) για το τι είναι ποίηση.Αν ορίζεται η ποίηση...
Οι ποιητές είναι κύπριοι ή έχουν στενή σχέση με την Κύπρο.
Σημείωση:θα συνεχίσουμε με την ίδια θεματική,γι΄αυτό αναμένουμε και δικά σας ποιήματα.
*****
Θέμα ισορροπίας
Σταύρος Σταύρου

 
Οι ποιητές αρέσκονται
στο να κάθονται κοντά στη φωτιά.
 Όχι για τίποτα ρομαντισμούς και τέτοια,
 μα νιώθουν από πολύ νωρίς
πως έχουν ανοιχτούς λογαριασμούς
 με δαύτηνε.
Σιγά-σιγά αρχίζουν να γράφουν
 πιο μέτρια ποιήματα
ή έστω πιο μακριά από αυτό
 που θέλουν να πουν και κρυώνουν
 και κάθονται ολοένα και πιο κοντά στη φωτιά
και η εξίσωση όλο και μεγαλώνει
 η απόσταση όλο και μικραίνει
ώσπου μια μέρα η φωτιά γλείφει τα χέρια τους
 χαϊδεύει τα μπατζάκια τους
τυλίγει τα πόδια τους
 το κορμί όλο
 και μένει μόνο η ψυχή τους
κατάμαυρη μες την καμινάδα
και δεν τους ξαναβλέπει κανείς.
Γι’ αυτό σου λέω
 δεν είναι θέμα ρομαντισμού
είναι θέμα ισορροπίας
είναι θέμα αυτό που καίει μέσα τους
 να βρει αυτό που καίει έξω τους
και να πυρπολήσει τα πάντα.
******
Απολογία
Πάμπος Κουζάλης

Όλα τα λόγια μου είναι αλλωνών. Το ομολογώ. Τα βρήκα κρεμασμένα σε σχοινάκια, νοτισμένα απ’ τις πρωινές απορίες. Τα φόρεσα. Περπάτησα. Με γεια, μου λέγαν όλοι. Ξένα σταφύλια γεύτηκα, δυο λόγια ν’ αποστάξω. Κι οι μέρες μου όλες δανεικές, με λύπες και χαρές τους μισθωμένες. Τα χέρια μου διάστικτα από βουβές κηλίδες. Χιλιάδες χρόνια σας μιλώ, μ’ απόκριση δεν παίρνω. Μόνο η μιμόζα η ντροπαλή τους μίσχους χαμηλώνει. Του πλήθους οι βραχίονες υψωμένοι το μπλε διαρρηγνύουν ιμάτιο τ’ ουρανού. Μ’ ένα μολύβι πέμπω σας βραχύχρονα στιχάκια. Άλλο δεν έχω να προσθέσω. Αποστροφή τώρα χαρίστε μου του βλέμματος. Το αλέτρι μου το ξύλινο θα σύρω, τους ύστερους που κληροδότησε ο παππούς μου σπόρους για να θάψω.
Από την Ποιητική Συλλογή "ένα"
******
Ακροβάτες

Αθηνά Τέμβριου
Ακροβατούμε σ’ένα σχοινί
ατενίζοντας τον ορίζοντα
πάνω από τις θάλασσες,
πάνω από τα βουνά·
συναντώντας μικρούς θεούς

η διαδρομή χαράζει το αίνιγμα,
προδιαθέτει άσκηση
για να μην πέσουμε,
μην διακοπεί το ταξίδι και
συναντήσουμε το κενό

ακόμη μια φορά
σαν πριν απ’ την γέννησή μας,
απ’ το σκοτάδι στο φως,
αιώνια, σφαιρικά, με στιγμές
π’αγαπήσαμε.

******
Ποίηση, άχραντο μυστήριο
Ανδρέας Τιμοθέου

 
Ώρα πρώτη κι ο θίασος έξω απ’ την πόρτα.
Χτυπά κι ανοίγω ευλαβικά,
όπως έμαθα άλλωστε να κάνω.
Τα βλέμματά μας αντικριστά
και απ’ το μυαλό μου περνάς εσύ…
Έτσι όπως ξέρεις να με κερδίζεις κάθε φορά,
να με παρηγορείς, να με φροντίζεις, να με συντηρείς.
Με καταριέσαι πάλι με την ευλογία,
δεν αντιστέκομαι,
παραδίνομαι ερωτευμένος.
Υπόσχεσαι στιγμές
απ’ τη χώρα του αχωρήτου
και γνέφω θεληματικά.
Ολόδικός σου.
Στις λέξεις, στους στίχους, στις στροφές.
Ποίηση, άχραντο μυστήριο.
*****
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΠΟΥ ΕΓΡΑΦΕ
 ΣΤΟΥΣ ΤΟΙΧΟΥΣ

Δημήτριος Γκόγκας
 

Είχε συνηθίσει να περπατά
μόνος στο πεζοδρόμιο.
Από την μια άκρη της πόλης
 μέχρι την άλλη.
Κρατούσε στα χέρια του μια
 μακριά πένα
Όμοιο φτερό πουλιού
Κι έγραφε – έγραφε πάνω στους λερωμένους, από
 την ανθρώπινη έπαρση,
 τοίχους.
Την επομένη δεν υπήρχαν τα
 ποιήματά του.
 Όταν έβρεχε πετούσε τα ρούχα
 του.
Όπως αφαιρούσε τις λέξεις
από τους στίχους.
 Έμενε γυμνός.
 Όπως τις χήρες λέξεις που
πάλευαν με τα κοσμητικά
 μη γίνουν και τούτες πλούσιες
 προτάσεις,
στα χαρακώματα μιας
πληκτικής νουβέλας.
 Και ενώ
οι μπογιατζήδες πιάνανε
 δουλειά τα ξημερώματα,
 αυτός συνέθετε τους στίχους
 στα όνειρά του.
Το πρωί σαν οι αγύρτες πίνανε
 τσάι και αφεψήματα
Νυσταλέοι στις επαύλεις τους
Στίχοι ξεφεύγαμε από το βαρύ
 σπιτικό
Μέσα από καμινάδες και
υπόγειους διαδρόμους
Και τρέχαμε να προλάβουμε
Την Ανατολή αν ήταν μπορετό
 Την Δύση και τον Βορρά
Τον νότο με τους θερμούς
 αέρηδές του.
Παίζαμε κρυφτό κυνηγητό και
γλυτωμό
Με τους χαφιέδες στα σοκάκια
και τους δρόμους
 Έπεφταν κι πρώτες πιστολιές
 Γυρίζαμε στο σπιτικό κάποιοι
 στίχοι χωρίς λέξεις
Κάποιο στίχοι με τις λέξεις
μισές.
Τ΄ αφεψήματα τότε γινότανε
 οινόπνευμα
 Κι έτσουζε ο ήλιος
στο λαρύγγι .
Ο ποιητής συνέχιζε να περπατά
 μόνος στο πεζοδρόμιο
Να γράφει στους τοίχους που
βάφηκαν στο χρώμα του
 μολυβιού.
Τώρα πια ποιος τους διαβάζει
πλην της βροχής που ρουφάει
 το μεδούλι τους;
Οι χαφιέδες που ακόμα μας
κυνηγούν;
Οι αγύρτες που πίνουν τσάι
στις νέες αποικίες τους;
Εμείς, μόνες λέξεις στις ζωές
που γεννιόμαστε
Ο ποιητής αναγνώστης
τυφλός .....
******
Χωρίς ενοχές
Ανδρέας Καρακόκκινος

Γράφουμε όνειρα
και σβήνουμε ελπίδες
ξεγράφουμε ονόματα
κι αναζητάμε λέξεις
να ντύσουμε τη γύμνια των καιρών
με ξεραμένα νυχτολούλουδα
και  ψεύτικα παραμύθια.

Αγοράζουμε θλίψη
σε τιμή ευκαιρίας
μέσα από εικόνες παιδιών
που χάνονται  αναζητώντας
απόλεμη πατρίδα
και πουλάμε ρητορείες φτηνές
για αλήθειες και για δίκια.

Θάβουμε  ενοχές
στα πηγάδια της λήθης
και ξεθάβουμε
ρήσεις αθωωτικές
για ένα κόσμο γεμάτο θύτες
εκούσιους φονιάδες
κι ακούσιους παρατηρητές.

******

Ποίηση δεν είναι…
Εύα Νεοκλέους

 
Δεν είναι η ποίηση
θαυμαστικά φτιασιδωμένα
 να τα περιφέρουν σε συνάξεις,
στιχάκια με λεξούλες γλυκερές
να συμπληρώνουν βιογραφικά
των αταλάντων.
Είναι η ποίηση καημός
κι οι λέξεις της πληγές
που αναβρύζουν αίμα.
Δεν έχει ανάγκη
 από ορισμούς η ποίηση,
μην επιμένετε…
έχει δικό της τρόπο
να ορίζει τις σιωπές σας…
(Συλλογή υπό έκδοση)
******