2 Φεβ 2016
28 Ιαν 2016
14 Ιαν 2016
"σχεδόν", η νέα ποιητική συλλογή του Πάμπου Κουζάλη
Πρόσφατα(Οκτώβριος 2015) κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις παράκεντρο η ποιητική συλλογή "σχεδόν" του καλού φίλου και συναδέλφου Πάμπου Κουζάλη.Πρόκειται για μια εξαιρετικά επιμελημένη έκδοση,που την χαρακτηρίζει το απλό και το απέριττο.Τα ποιήματα της συλλογής έχουν τα χαρακτηριστικά της ποιητικής γραφής του Πάμπου,σε μια πιο ώριμη και κατασταλαγμένη έκφραση.Ανάμεσα σ΄αυτά και κάποια γραμμένα στην κυπριακή διάλεκτο,όπως το εξαιρετικό ποίημα "Χρυσοπέρτικα" αλλά και το συγκλονιστικό "Τηλεφώνημα",πράγμα που αποτελεί τόλμημα για τον ποιητή.Και τον συγχαίρουμε γι΄αυτό.
Θα επανέλθουμε στο "σχεδόν".Για την ώρα, ας απολαύσουμε μερικά από τα ποιήματα της συλλογής.
Ευχόμαστε Καλή Επιτυχία και καλοτάξιδο να είναι το "σχεδόν",φίλε Πάμπο Κουζάλη!
****
Ο Πάμπος Κουζάλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί για τηλεοπτικές παραγωγές και για θεατρικές παραστάσεις στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Έχει εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές από το Παράκεντρο: «ραπτός λόγος» (2003) και «ένα» (2011)
****
Λαμπεντούζα
Σταθμός πρώτης υποδοχής αποδημητικών ψυχών
Η Αμίρα απ’ το Χαλέπι
περνάει από κόσκινο τ’ αφιονισμένα κύματα
ψιθυρισμούς να βρει ακοίμητες κραυγές
Μα οι θωριές ασώματες μακραίνουν ολοένα
Κι έρχεται του λυκόφωτος το αβέβαιο
ανάμεσα λήθη και πεθυμιά
Όσα της περισσέψαν δάκρυα
τα κλείνει σε μυροδοχείο επάργυρο
Κι αύριο μέρα είναι δίχως φως
Άνακτα ύπνε, μίλα μας όλη νύχτα
μην αποκοιμηθεί κανείς και χάσουμε τον δρόμο
Φτάνουμε σχεδόν
****
Χρέος
Το πατημένο χώμα πάτωμα σαρώνω με φρουκάλι
Θα έρθουνε σε λίγο οι δανειστές να μου πάρουν το σπίτι
Χτυπώ τα πόδια καταγής
να φύγει η σκόνη απ’ τα παπούτσια
Ξυπνάνε κι εξεγείρονται μια δράκα εγγυητές
κεκοιμημένοι από καιρό
άγνωροι πρόγονοι γνώριμοι κληροδότες
Χτυπούν τα χέρια καταγής
κλαίνε κι ανασηκώνονται και χαιρετούν και λένε
Εμείς είναι το πρέπον να πληρώσουμε
Πέρδικες χαμηλοπετούν φωνάζουν τη βροχή
Τα νέφη ανοίγουν την αγκάλη τους
Τρεις αστραπές μαλώνουνε
και κεραυνός περήφανος και πρωτοχορευτής
κόβει στα τέσσερα
δοκάρια και καρφιά
Το πλιθάρι επιστρέφει στην αρχή του
Χώμα μου κι άγιο μου νερό
κι εσύ βελόνι στ’ άχυρα και στάχυ ραγισμένο
Είδα σε που πρασίνισες
κι έριξες άγκυρες καινούργιες να ριζώσεις
Καλή αντάμωση
****
Συνταξιούχος φιλόλογος
Mε τα κουμπιά αθηλύκωτα
με προσπερνούν οι λέξεις
Βγαίνω στη σύνταξη
νέων προτάσεων ελλειπτικών
χωρίς αντικείμενα και αδρανή επίθετα
Μόνο υποκείμενο
Κι ένα ρήμα έρημο
Καμιά φορά το αποδεσμεύω κι αυτό
****
Λαλέδες
Είδα στον ύπνο μου λαλέδες μωβ
σε χώμα ανοιξιάτικο με συγκρατημένη δροσιά
Φώναζα όλη νύχτα τα ξαδέλφια μου
να πάμε στις Ματσικοριθκιές
να μαζέψουμε όσους χωρούσε η αγκαλιά μας
Όι να πάτε πολλά μακριά, λέγαν οι μανάδες, έσιει Τούρκους
Τούρκο δεν είδαμε ποτέ κανένα
Μόνο πολύχρωμα χαλιά σε λόφους μεθυσμένους
Μα ύστερα ήρθαν από εκεί που δεν τους περιμέναμε
Πέφταν με τ’ αλεξίπτωτα
ανάστροφοι λαλέδες
εξόριστοι από τον ουρανό
έκπτωτες άνοιξες
****
Τηλεφώνημα
Ετηλεφωνήσαν μου πως σε ηύρασιν
Κάτω που μιαν ελιάν, είπαν μου
τζι ήταν αλλό θκυο στρατιώτες μαζί σου
Δόξα σοι ο Θεός, λαλώ τους
τουλάχιστον ήταν κάτω που το δεντρόν
τζι εν τους έκρουζεν ο ήλιος τόσον τζιαιρόν
Νερόν είχασιν κοντά τους;
****
Χρυσοπέρτικα
Ο πόνος ο πραματευτής περνά στη γειτονιάν του
Θωρεί τον Λιόντα γελαστόν που κά’ στη λεμονιάν του
Λαλεί του, πόψε έννα χαθεί η μέρα τζιαι το φως σου
Με τέρτιν εκατόφυλλο θα μείνεις μανιχός σου
Η νύχτα μπαίνει φουρκαστή να της το μαντατέψει
της κόρης πως ο χάροντας εν νάρτει να την κλέψει
Η κόρη εσυντρομάχτηκε, βουρά να μανταλώσει
Στο μακρυνάριν έμεινεν κρυφτή για να γλιτώσει
Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ονειρεύτηκα
Με το μασιαίριν του ληστή θερίζει την ο χάρος
Ευτύς εγίνην άφαντος ο σκοτεινός κουρσάρος
Πριχού ν’ αφήκει τη ψυσιή να φκει που τη φωλιάν της
αγκάλιασεν τ’ αγέννητο μωρό μέσ’ την τζιοιλιάν της
Μπαίνει της πόρτας όμορφος ο Λιόντας ποσταμένος
Με μια φωθκιάν πρωτόπλαστην εβρέθηκε ζωσμένος
Το άσπρον το φουστάνι της θωρεί το πορφυρένο
τζι αφήνει πά στα σιείλη της φιλί μαλαματένο
Κοντά στη νεροθκιάβαση με τον φονιάν παλεύκει
Πετά μια χρυσοπέρτικα που δίπλα του τζιαι φεύκει
Ανοίξαν τα επουράνια τζι η αγάπη του φωνάζει
Πρόσεχε, Λιόντα, τζι εν βαστώ να πιω τζι άλλο μαράζι
Εππέσαν τα μασιαίρκα τους στη γην την πικραμένη
τζι εμείνασιν αντικριστοί θκυο βράχοι αρματωμένοι
Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ερωτεύτηκα
****
Θα επανέλθουμε στο "σχεδόν".Για την ώρα, ας απολαύσουμε μερικά από τα ποιήματα της συλλογής.
Ευχόμαστε Καλή Επιτυχία και καλοτάξιδο να είναι το "σχεδόν",φίλε Πάμπο Κουζάλη!
****
Ο Πάμπος Κουζάλης γεννήθηκε στη Λευκωσία το 1964. Εργάζεται ως φιλόλογος στη Μέση Εκπαίδευση. Στίχοι του έχουν μελοποιηθεί για τηλεοπτικές παραγωγές και για θεατρικές παραστάσεις στην Κύπρο και στην Ελλάδα. Έχει εκδώσει δύο ακόμα ποιητικές συλλογές από το Παράκεντρο: «ραπτός λόγος» (2003) και «ένα» (2011)
****
Λαμπεντούζα
Σταθμός πρώτης υποδοχής αποδημητικών ψυχών
Η Αμίρα απ’ το Χαλέπι
περνάει από κόσκινο τ’ αφιονισμένα κύματα
ψιθυρισμούς να βρει ακοίμητες κραυγές
Μα οι θωριές ασώματες μακραίνουν ολοένα
Κι έρχεται του λυκόφωτος το αβέβαιο
ανάμεσα λήθη και πεθυμιά
Όσα της περισσέψαν δάκρυα
τα κλείνει σε μυροδοχείο επάργυρο
Κι αύριο μέρα είναι δίχως φως
Άνακτα ύπνε, μίλα μας όλη νύχτα
μην αποκοιμηθεί κανείς και χάσουμε τον δρόμο
Φτάνουμε σχεδόν
****
Χρέος
Το πατημένο χώμα πάτωμα σαρώνω με φρουκάλι
Θα έρθουνε σε λίγο οι δανειστές να μου πάρουν το σπίτι
Χτυπώ τα πόδια καταγής
να φύγει η σκόνη απ’ τα παπούτσια
Ξυπνάνε κι εξεγείρονται μια δράκα εγγυητές
κεκοιμημένοι από καιρό
άγνωροι πρόγονοι γνώριμοι κληροδότες
Χτυπούν τα χέρια καταγής
κλαίνε κι ανασηκώνονται και χαιρετούν και λένε
Εμείς είναι το πρέπον να πληρώσουμε
Πέρδικες χαμηλοπετούν φωνάζουν τη βροχή
Τα νέφη ανοίγουν την αγκάλη τους
Τρεις αστραπές μαλώνουνε
και κεραυνός περήφανος και πρωτοχορευτής
κόβει στα τέσσερα
δοκάρια και καρφιά
Το πλιθάρι επιστρέφει στην αρχή του
Χώμα μου κι άγιο μου νερό
κι εσύ βελόνι στ’ άχυρα και στάχυ ραγισμένο
Είδα σε που πρασίνισες
κι έριξες άγκυρες καινούργιες να ριζώσεις
Καλή αντάμωση
****
Συνταξιούχος φιλόλογος
Mε τα κουμπιά αθηλύκωτα
με προσπερνούν οι λέξεις
Βγαίνω στη σύνταξη
νέων προτάσεων ελλειπτικών
χωρίς αντικείμενα και αδρανή επίθετα
Μόνο υποκείμενο
Κι ένα ρήμα έρημο
Καμιά φορά το αποδεσμεύω κι αυτό
****
Λαλέδες
Είδα στον ύπνο μου λαλέδες μωβ
σε χώμα ανοιξιάτικο με συγκρατημένη δροσιά
Φώναζα όλη νύχτα τα ξαδέλφια μου
να πάμε στις Ματσικοριθκιές
να μαζέψουμε όσους χωρούσε η αγκαλιά μας
Όι να πάτε πολλά μακριά, λέγαν οι μανάδες, έσιει Τούρκους
Τούρκο δεν είδαμε ποτέ κανένα
Μόνο πολύχρωμα χαλιά σε λόφους μεθυσμένους
Μα ύστερα ήρθαν από εκεί που δεν τους περιμέναμε
Πέφταν με τ’ αλεξίπτωτα
ανάστροφοι λαλέδες
εξόριστοι από τον ουρανό
έκπτωτες άνοιξες
****
Τηλεφώνημα
Ετηλεφωνήσαν μου πως σε ηύρασιν
Κάτω που μιαν ελιάν, είπαν μου
τζι ήταν αλλό θκυο στρατιώτες μαζί σου
Δόξα σοι ο Θεός, λαλώ τους
τουλάχιστον ήταν κάτω που το δεντρόν
τζι εν τους έκρουζεν ο ήλιος τόσον τζιαιρόν
Νερόν είχασιν κοντά τους;
****
Χρυσοπέρτικα
Ο πόνος ο πραματευτής περνά στη γειτονιάν του
Θωρεί τον Λιόντα γελαστόν που κά’ στη λεμονιάν του
Λαλεί του, πόψε έννα χαθεί η μέρα τζιαι το φως σου
Με τέρτιν εκατόφυλλο θα μείνεις μανιχός σου
Η νύχτα μπαίνει φουρκαστή να της το μαντατέψει
της κόρης πως ο χάροντας εν νάρτει να την κλέψει
Η κόρη εσυντρομάχτηκε, βουρά να μανταλώσει
Στο μακρυνάριν έμεινεν κρυφτή για να γλιτώσει
Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ονειρεύτηκα
Με το μασιαίριν του ληστή θερίζει την ο χάρος
Ευτύς εγίνην άφαντος ο σκοτεινός κουρσάρος
Πριχού ν’ αφήκει τη ψυσιή να φκει που τη φωλιάν της
αγκάλιασεν τ’ αγέννητο μωρό μέσ’ την τζιοιλιάν της
Μπαίνει της πόρτας όμορφος ο Λιόντας ποσταμένος
Με μια φωθκιάν πρωτόπλαστην εβρέθηκε ζωσμένος
Το άσπρον το φουστάνι της θωρεί το πορφυρένο
τζι αφήνει πά στα σιείλη της φιλί μαλαματένο
Κοντά στη νεροθκιάβαση με τον φονιάν παλεύκει
Πετά μια χρυσοπέρτικα που δίπλα του τζιαι φεύκει
Ανοίξαν τα επουράνια τζι η αγάπη του φωνάζει
Πρόσεχε, Λιόντα, τζι εν βαστώ να πιω τζι άλλο μαράζι
Εππέσαν τα μασιαίρκα τους στη γην την πικραμένη
τζι εμείνασιν αντικριστοί θκυο βράχοι αρματωμένοι
Α, χρυσοπέρτικα, στο βράχο σ’ ερωτεύτηκα
****
24 Δεκ 2015
Είναι Χριστούγεννα...
Δύσκολα κι αυτή τη χρονιά τα Χριστούγεννα...Και οι ευχές μοιάζουν να είναι διστακτικές.
Μα ίσως, τώρα είναι που τις χρειαζόμαστε, όσο ποτέ άλλοτε.
Καλά Χριστούγεννα σε όλους!
Χριστούγεννα της αγάπης και της ελπίδας!
Κι ας ευχηθούμε,να΄ναι τα τελευταία Χριστούγεννα της δυστυχίας και του πόνου...
Τα Χριστούγεννα του 2015...
****
Και πάλι λες δεν είναι δυνατό
όλες αυτές οι ευχές να ψεύδονται
και πάλι λες δεν είναι δυνατή
τέτοια πανταχόθεν σύμπτωση,
δεν είναι δυνατή τέτοια πανταχόθεν συμπαιγνία.
Κώστας Μόντης, "Χριστουγεννιάτικες κάρτες"
****
****
Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες –μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα
ωραιότερο απ’ αυτό.
Τάσος Λειβαδίτης,"Η Γέννηση"
****
****
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγγενα – στο τζάκι του Νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ
μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες
ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.
Να την κάνεις αγάπη.
Νικηφόρος Βρεττάκος,"Το παιδί με τη σάλπιγγα"
****
Μα ίσως, τώρα είναι που τις χρειαζόμαστε, όσο ποτέ άλλοτε.
Καλά Χριστούγεννα σε όλους!
Χριστούγεννα της αγάπης και της ελπίδας!
Κι ας ευχηθούμε,να΄ναι τα τελευταία Χριστούγεννα της δυστυχίας και του πόνου...
Τα Χριστούγεννα του 2015...
****
Και πάλι λες δεν είναι δυνατό
όλες αυτές οι ευχές να ψεύδονται
και πάλι λες δεν είναι δυνατή
τέτοια πανταχόθεν σύμπτωση,
δεν είναι δυνατή τέτοια πανταχόθεν συμπαιγνία.
Κώστας Μόντης, "Χριστουγεννιάτικες κάρτες"
****
![]() | ||
| Η περσινή μας ευχετήρια κάρτα |
Ένα άλλο βράδυ τον άκουσα να κλαίει δίπλα.
Χτύπησα την πόρτα και μπήκα. Μου ‘δειξε πάνω στο κομοδίνο ένα μικρό ξύλινο σταυρό.
«Είδες –μου λέει- γεννήθηκε η ευσπλαχνία! Έσκυψα τότε το κεφάλι κι έκλαψα κι εγώ.
Γιατί θα περνούσαν αιώνες και αιώνες και δε θα ‘χαμε να πούμε τίποτα
ωραιότερο απ’ αυτό.
Τάσος Λειβαδίτης,"Η Γέννηση"
****
****
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την πας ως την άκρη του κόσμου.
να την κάνεις περιπατητικό αστέρι ή ξύλα
αναμμένα για τα Χριστούγγενα – στο τζάκι του Νέγρου
ή του Έλληνα χωρικού. Να την κάνεις ανθισμένη μηλιά
στα παράθυρα των φυλακισμένων. Εγώ
μπορεί να μην υπάρχω ως αύριο.
Αν μπορούσες να ακουστείς
θα σου έδινα την ψυχή μου
να την κάνεις τις νύχτες
ορατές νότες, έγχρωμες,
στον αέρα του κόσμου.
Να την κάνεις αγάπη.
Νικηφόρος Βρεττάκος,"Το παιδί με τη σάλπιγγα"
****
11 Δεκ 2015
"Οι γλάροι των ονείρων μας...",ένα τραγούδι κι ένα ποίημα
![]() | |
| Φωτό:Εύα Νεοκλέους |
Στίχοι και μουσική:Βάσω Αλαγιάννη
Τραγούδι:Βασίλης Διαμάντης
***
***
![]() |
| Φωτό:Γιαννάκης Παπαναστασίου |
Η μελωδία της σιωπής
Eίναι γαλάζια
των ονείρων μου τ’ ακρότατα
κι είναι οι λέξεις μου
αρώματα της άνοιξης
που σμίγουν σε γιορτή
της μελωδίας.
Με τη σιωπή μου τραγουδώ
για την αγάπη μου
και οι γλάροι συντροφεύουνε
τους ύμνους...
Εύα Νεοκλέους,Σημάδια για το δρόμο,
Ακτίς 2015
13 Νοε 2015
Επτά χρόνια Επισημάνσεις!
| Φιλοτέχνηση:Ανδρέας Λοφίτης |
Είναι γεγονός ότι οι αναρτήσεις μας έχουν κάπως αραιώσει και μειώθηκε ο ενθουσιασμός των πρώτων χρόνων,όμως είμαστε σταθερά εδώ.Η κρίση των ιστολογίων οδήγησε πολλούς συν-μπλόγκερς στην παραμέληση/εγκατάλειψη των blogs τους και στην υιοθέτηση πιο απλών και εύκολων μορφών κοινωνικής δικτύωσης.Ωστόσο,τελευταία παρατηρείται μια τάση επιστροφής και ίσως(;) επανέλθουμε στις εποχές της ακμής.
Οφείλουμε ιδιαίτερες ευχαριστίες σε όλους εκείνους τους διαδικτυακούς φίλους που πίστεψαν σ΄εμάς και που πορευόμαστε μαζί όλα αυτά τα χρόνια.
Να είστε όλοι καλά και καλή μας συνέχεια!
Και επειδή θα θέλαμε, με αυτή την ανάρτησή μας να γιορτάσουμε μαζί σας τα επτάχρονά μας,στείλτε μας τις ευχές σας με κάτι δικό σας(κείμενα,φωτογραφίες,τραγούδια).Θα τα δημοσιεύσουμε σε ειδική,εορταστική έκδοση!****
Η πρώτη μας "ιστορική" ανάρτηση ήταν εδώ
****
![]() | ||
| Ένα παλιό banner μας |
![]() |
| Logo:Νίκος Ράμμος |
![]() |
| Logo:Ανδρέας Λοφίτης |
31 Οκτ 2015
Εύα Νεοκλέους "Εκ βαθέων",μια ανάλυση από τον Κωνσταντίνο Μάντη
Dorina Costras
****
Ευχαριστώ θερμά τον Κωνσταντίνο Μάντη για την ανάλυση του ποιήματός μου. Και είναι μεγάλη τιμή για μένα, που το ιστολόγιο "Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", αγκαλιάζει τόσο ζεστά τα Σημάδια για το δρομο.
http://latistor.blogspot.gr/2015/10/blog-post_15.html
****
Εύα Νεοκλέους «Εκ βαθέων»
Στη μητέρα μου
Αν ήμουν ποιητάρισσα
θα σε τραγουδούσα ολόγιομο φεγγάρι.
Θα τραγουδούσα
το βουβό σου κλάμα
την ώρα την ύστερη.
«Πότε θα ξανάρθεις», θα ρωτάς.
Και θα αφουγκράζεσαι
τις νύχτες αν πονώ.
Τις άπειρες χωρίς φεγγάρι νύχτες...
Θα ξανάρθω μάνα...
σίγουρα θα ξανάρθω.
Και θα ‘μαι ίδια φως
σαν το φεγγάρι....
Το «Εκ βαθέων» είναι ένα ιδιαίτερα τρυφερό ποίημα από τη συλλογή «Σημάδια για το δρόμο» της ποιήτριας Εύας Νεοκλέους. Στο επίκεντρό του τίθεται η αγάπη για το ιερότερο πρόσωπο στη ζωή κάθε ανθρώπου, τη Μητέρα. Μια αγάπη που ξεπερνά συχνά τα όρια της πεπερασμένης ανθρώπινης ζωής και συνεχίζει την πορεία της ακόμη και μετά την έλευση του θανάτου που κατορθώνει μεν να διακόψει την άμεση επαφή με το αγαπημένο πρόσωπο, αδυνατεί όμως να θέσει τέρμα σ’ αυτό το ακατάλυτο συναίσθημα.
Αν ήμουν ποιητάρισσα
θα σε τραγουδούσα ολόγιομο φεγγάρι.
Θα τραγουδούσα
το βουβό σου κλάμα
την ώρα την ύστερη.
Το αίτημα για το χάρισμα του ποιητικού λόγου που θα επέτρεπε την απαθανάτιση της αγαπημένης μορφής κατά τρόπο τέτοιο ώστε η μνήμη της ύπαρξής της να διασφαλιστεί από τη λήθη του χρόνου, μας παραπέμπει συνειρμικά στην ποιητική δωρεά που δέχεται ο Κρητικός, ο ήρωας του Διονύσιου Σολωμού, στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση. Η απώλεια της αγαπημένης και ο απροσμέτρητος πόνος για εκείνη αντισταθμίζονται εν μέρει με το θείο δώρο του ποιητικού λόγου, που δίνει στον ήρωα τη δυνατότητα να υμνεί την αιώνια αγάπη του.
Αν το ποιητικό υποκείμενο είχε το χάρισμα του ποιητικού λόγου θα υμνούσε τη μητέρα σε όλη την ακμή της νεότητάς της, όταν ολόγιομο φεγγάρι ακόμη στεκόταν τροφός, προστάτης και καθοδηγητής για εκείνη. Θα υμνούσε ακόμη και τις στιγμές του τέλους της, όταν ο πόνος του επερχόμενου αποχωρισμού αγγίζει σημεία τέτοια που οι λέξεις δεν επαρκούν να αποδώσουν.
Και χρειάζεται πράγματι το δώρο της ποίησης ακέραιο -χωρίς και πάλι να είναι βέβαιο πως θα φανεί αρκετό- για να δοθεί με λέξεις η αγάπη της μητέρας κι όλα όσα εκείνη προσφέρει από την πρώτη μέχρι και την τελευταία στιγμή. Πώς να μιλήσει κανείς, άλλωστε, για μιαν αγάπη που διατρέχει κάθε λεπτό και κάθε σκέψη της ζωής του; Πώς να δώσει με λέξεις τον πόνο που κρύβει το βουβό κλάμα του τέλους, όταν το αγαπημένο πρόσωπο χάνεται για πάντα;
«Πότε θα ξανάρθεις», θα ρωτάς.
Και θα αφουγκράζεσαι
τις νύχτες αν πονώ.
Τις άπειρες χωρίς φεγγάρι νύχτες...
Η μητέρα που βρίσκεται με την ψυχή και τη σκέψη της πάντοτε πλάι στο παιδί της και ζει κάθε του χαρά και ζει κάθε του πόνο, σαν να είναι δικές της χαρές, σαν να είναι οι μεγαλύτεροι δικοί της πόνοι. Η μητέρα που ξενυχτά προσμένοντας∙ η μητέρα που ξέρει να διαβάζει κάθε λέξη και κάθε σιωπή του παιδιού της, γνωρίζοντας χωρίς καν να ρωτήσει πότε εκείνο πονά, πότε είναι θλιμμένο. Η μητέρα που στέκει πλάι στο παιδί της ακόμη και τις αφέγγαρες νύχτες, που η ζωή δεν έχει να δώσει χαρές∙ η μητέρα που αντέχει αγόγγυστα τις άπειρες νύχτες της θλίψης και της οδύνης, έτοιμη να δώσει και τη ζωή της για να προφυλάξει το παιδί της από τα δίχτυα του πόνου. Η μητέρα αυτή είναι το σιωπηλό, το πάντα σταθερό στήριγμα του παιδιού της, σε κάθε του βήμα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες πίκρες κι αν πρέπει να υπομείνει.
Θα ξανάρθω μάνα...
σίγουρα θα ξανάρθω.
Και θα ‘μαι ίδια φως
σαν το φεγγάρι....
Η ποιήτρια διαβεβαιώνει τη μητέρα της πως θα έρθει και πάλι κοντά της, έστω κι αν ό,τι τους έχει πια χωρίσει είναι ο ακατανίκητος θάνατος. Θα ξανάρθει κοντά της έχοντας λάβει πια τη μορφή του φωτός∙ θα ξανάρθει έστω κι αν πρέπει να υπερβεί τα ανθρώπινα όρια∙ έστω κι αν πρέπει να βαφτιστεί στο φως, μοιάζοντας πια με το ολόφωτο φεγγάρι. Μια υπόσχεση που έχει τραφεί απ’ την άπειρη αγάπη που η μητέρα προσέφερε αδιάλειπτα σ’ όλη της τη ζωή∙ μια υπόσχεση με τη δύναμη όρκου ιερού, αφού αντλείται από τα αγνότερα βάθη της ψυχής.
Ο θάνατος δεν σημαίνει το τέλος αυτής της αγάπης, μιας κι υπάρχει αυτή η πρόθεση κι αυτή η πίστη της μελλοντικής επιστροφής. Σκέψη που μας παραπέμπει εκ νέου στην ποίηση του Σολωμού, ο οποίος συνήθιζε μετά από κάθε αναφορά στο θάνατο να προσφέρει την παραμυθία της ανάστασης, την ελπίδα της Δευτέρας Παρουσίας. Έτσι, στα βήματα του Κρητικού, που δεν άφησε το θάνατο να τον χωρίσει από την αγαπημένη του∙ που δεν επέτρεψε στο θάνατο του σώματος να καταλύσει την αγάπη που γέμιζε την ψυχή του, η ποιήτρια δίνει τη δική της ανάλογη υπόσχεση.
Κι η μελλοντική επιστροφή της είναι δοσμένη με μια εικόνα φωτός που έρχεται σε άμεση συνομιλία με την υπερβατική μορφή της Φεγγαροντυμένης. Ίδια φως, θα είναι η ποιήτρια, στο δικό της υπερκόσμιο ταξίδι, όπως λουσμένη στο φως του φεγγαριού και γεννημένη από αυτό πρόβαλε η θεϊκή μορφή μπροστά τα έκθαμβα μάτια του Κρητικού.
****
****
Ευχαριστώ θερμά τον Κωνσταντίνο Μάντη για την ανάλυση του ποιήματός μου. Και είναι μεγάλη τιμή για μένα, που το ιστολόγιο "Σημειώσεις Νεοελληνικής Λογοτεχνίας", αγκαλιάζει τόσο ζεστά τα Σημάδια για το δρομο.
http://latistor.blogspot.gr/2015/10/blog-post_15.html
****
Εύα Νεοκλέους «Εκ βαθέων»
Στη μητέρα μου
Αν ήμουν ποιητάρισσα
θα σε τραγουδούσα ολόγιομο φεγγάρι.
Θα τραγουδούσα
το βουβό σου κλάμα
την ώρα την ύστερη.
«Πότε θα ξανάρθεις», θα ρωτάς.
Και θα αφουγκράζεσαι
τις νύχτες αν πονώ.
Τις άπειρες χωρίς φεγγάρι νύχτες...
Θα ξανάρθω μάνα...
σίγουρα θα ξανάρθω.
Και θα ‘μαι ίδια φως
σαν το φεγγάρι....
Το «Εκ βαθέων» είναι ένα ιδιαίτερα τρυφερό ποίημα από τη συλλογή «Σημάδια για το δρόμο» της ποιήτριας Εύας Νεοκλέους. Στο επίκεντρό του τίθεται η αγάπη για το ιερότερο πρόσωπο στη ζωή κάθε ανθρώπου, τη Μητέρα. Μια αγάπη που ξεπερνά συχνά τα όρια της πεπερασμένης ανθρώπινης ζωής και συνεχίζει την πορεία της ακόμη και μετά την έλευση του θανάτου που κατορθώνει μεν να διακόψει την άμεση επαφή με το αγαπημένο πρόσωπο, αδυνατεί όμως να θέσει τέρμα σ’ αυτό το ακατάλυτο συναίσθημα.
Αν ήμουν ποιητάρισσα
θα σε τραγουδούσα ολόγιομο φεγγάρι.
Θα τραγουδούσα
το βουβό σου κλάμα
την ώρα την ύστερη.
Το αίτημα για το χάρισμα του ποιητικού λόγου που θα επέτρεπε την απαθανάτιση της αγαπημένης μορφής κατά τρόπο τέτοιο ώστε η μνήμη της ύπαρξής της να διασφαλιστεί από τη λήθη του χρόνου, μας παραπέμπει συνειρμικά στην ποιητική δωρεά που δέχεται ο Κρητικός, ο ήρωας του Διονύσιου Σολωμού, στην ομώνυμη ποιητική σύνθεση. Η απώλεια της αγαπημένης και ο απροσμέτρητος πόνος για εκείνη αντισταθμίζονται εν μέρει με το θείο δώρο του ποιητικού λόγου, που δίνει στον ήρωα τη δυνατότητα να υμνεί την αιώνια αγάπη του.
Αν το ποιητικό υποκείμενο είχε το χάρισμα του ποιητικού λόγου θα υμνούσε τη μητέρα σε όλη την ακμή της νεότητάς της, όταν ολόγιομο φεγγάρι ακόμη στεκόταν τροφός, προστάτης και καθοδηγητής για εκείνη. Θα υμνούσε ακόμη και τις στιγμές του τέλους της, όταν ο πόνος του επερχόμενου αποχωρισμού αγγίζει σημεία τέτοια που οι λέξεις δεν επαρκούν να αποδώσουν.
Και χρειάζεται πράγματι το δώρο της ποίησης ακέραιο -χωρίς και πάλι να είναι βέβαιο πως θα φανεί αρκετό- για να δοθεί με λέξεις η αγάπη της μητέρας κι όλα όσα εκείνη προσφέρει από την πρώτη μέχρι και την τελευταία στιγμή. Πώς να μιλήσει κανείς, άλλωστε, για μιαν αγάπη που διατρέχει κάθε λεπτό και κάθε σκέψη της ζωής του; Πώς να δώσει με λέξεις τον πόνο που κρύβει το βουβό κλάμα του τέλους, όταν το αγαπημένο πρόσωπο χάνεται για πάντα;
«Πότε θα ξανάρθεις», θα ρωτάς.
Και θα αφουγκράζεσαι
τις νύχτες αν πονώ.
Τις άπειρες χωρίς φεγγάρι νύχτες...
Η μητέρα που βρίσκεται με την ψυχή και τη σκέψη της πάντοτε πλάι στο παιδί της και ζει κάθε του χαρά και ζει κάθε του πόνο, σαν να είναι δικές της χαρές, σαν να είναι οι μεγαλύτεροι δικοί της πόνοι. Η μητέρα που ξενυχτά προσμένοντας∙ η μητέρα που ξέρει να διαβάζει κάθε λέξη και κάθε σιωπή του παιδιού της, γνωρίζοντας χωρίς καν να ρωτήσει πότε εκείνο πονά, πότε είναι θλιμμένο. Η μητέρα που στέκει πλάι στο παιδί της ακόμη και τις αφέγγαρες νύχτες, που η ζωή δεν έχει να δώσει χαρές∙ η μητέρα που αντέχει αγόγγυστα τις άπειρες νύχτες της θλίψης και της οδύνης, έτοιμη να δώσει και τη ζωή της για να προφυλάξει το παιδί της από τα δίχτυα του πόνου. Η μητέρα αυτή είναι το σιωπηλό, το πάντα σταθερό στήριγμα του παιδιού της, σε κάθε του βήμα, όσα χρόνια κι αν περάσουν, όσες πίκρες κι αν πρέπει να υπομείνει.
Θα ξανάρθω μάνα...
σίγουρα θα ξανάρθω.
Και θα ‘μαι ίδια φως
σαν το φεγγάρι....
Η ποιήτρια διαβεβαιώνει τη μητέρα της πως θα έρθει και πάλι κοντά της, έστω κι αν ό,τι τους έχει πια χωρίσει είναι ο ακατανίκητος θάνατος. Θα ξανάρθει κοντά της έχοντας λάβει πια τη μορφή του φωτός∙ θα ξανάρθει έστω κι αν πρέπει να υπερβεί τα ανθρώπινα όρια∙ έστω κι αν πρέπει να βαφτιστεί στο φως, μοιάζοντας πια με το ολόφωτο φεγγάρι. Μια υπόσχεση που έχει τραφεί απ’ την άπειρη αγάπη που η μητέρα προσέφερε αδιάλειπτα σ’ όλη της τη ζωή∙ μια υπόσχεση με τη δύναμη όρκου ιερού, αφού αντλείται από τα αγνότερα βάθη της ψυχής.
Ο θάνατος δεν σημαίνει το τέλος αυτής της αγάπης, μιας κι υπάρχει αυτή η πρόθεση κι αυτή η πίστη της μελλοντικής επιστροφής. Σκέψη που μας παραπέμπει εκ νέου στην ποίηση του Σολωμού, ο οποίος συνήθιζε μετά από κάθε αναφορά στο θάνατο να προσφέρει την παραμυθία της ανάστασης, την ελπίδα της Δευτέρας Παρουσίας. Έτσι, στα βήματα του Κρητικού, που δεν άφησε το θάνατο να τον χωρίσει από την αγαπημένη του∙ που δεν επέτρεψε στο θάνατο του σώματος να καταλύσει την αγάπη που γέμιζε την ψυχή του, η ποιήτρια δίνει τη δική της ανάλογη υπόσχεση.
Κι η μελλοντική επιστροφή της είναι δοσμένη με μια εικόνα φωτός που έρχεται σε άμεση συνομιλία με την υπερβατική μορφή της Φεγγαροντυμένης. Ίδια φως, θα είναι η ποιήτρια, στο δικό της υπερκόσμιο ταξίδι, όπως λουσμένη στο φως του φεγγαριού και γεννημένη από αυτό πρόβαλε η θεϊκή μορφή μπροστά τα έκθαμβα μάτια του Κρητικού.
****
15 Σεπ 2015
"Τα σημάδια για το δρόμο" στη Λάρνακα
Πρόσκληση
Η Πολιτιστική Κίνηση "Φίλοι της Λογοτεχνίας και Πολιτισμού"
και η Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών Λάρνακας σας προσκαλούν στην παρουσίαση της ποιητικής συλλογής της Εύας Νεοκλέους
Σημάδια για το δρόμο
Η εκδήλωση θα πραγματοποιηθεί την Παρασκευή 25 Σεπτεμβρίου 2015,ώρα 19:30
στην αίθουσα της Στέγης(Πλατεία Βασιλέως Παύλου,Λάρνακα).
Στην παρουσίαση θα απευθύνει χαιρετισμό ο Δρ.Κώστας Κατσώνης,Πρόεδρος της Στέγης Γραμμάτων και Τεχνών Λάρνακας.
Για τη συλλογή θα μιλήσουν:
Αγγελική Ριαλά,Εκδόσεις Ακτίς
Άριστος Τσιάρτας,Επικεφαλής της Αρχής κατά των Διακρίσεων
Πάμπος Κουζάλης,ποιητής
Την εκδήλωση επενδύουν μουσικά η Έλενα Κώστα
και η Βασιλεία Χριστοδούλου από το Ελληνικό Ωδείο Κιτίου-Αραδίππου.
Συντονιστής: Αντρέας Τιμοθέου,ποιητής
***
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)















