6 Οκτ 2018

Κ.Καβάφης,Αλεξανδρινοί Βασιλείς.Μια ανάλυση από την Αγάθη Γεωργιάδου


Κωνσταντίνος Καβάφης 

Αλεξανδρινοί βασιλείς
 

της Αγάθης Γεωργιάδου

Το ποίημα «Αλεξανδρινοί βασιλείς» (1912) ανήκει στον κύκλο των Αλεξανδρινών ποιημάτων του Καβάφη, μαζί με το «Απολείπειν ο Θεός Αντώνιον», «Καισαρίων», «Το 31 π.Χ. στην Αλεξάνδρεια», «Η δόξα των Πτολεμαίων», «Εν δήμω της Μικράς Ασίας» κ.ά. Αυτά τα ποιήματα επικεντρώνονται γύρω από την κοσμοϊστορική νίκη των Ρωμαίων στο Άκτιο (31 π.Χ.) και τη συνακόλουθη υποταγή του τε­λευταίου ελληνιστικού κράτους, του αιγυπτιακού, στη ρωμαϊκή αυ­τοκρατορία, γεγονός που σήμανε την οριστική εξαφάνιση του αρ­χαίου ελληνικού κόσμου. Έτσι, από τις τρεις κατηγορίες στις οποίες διακρίνονται τα «ιστορικά» ποιήματα του Καβάφη («ψευδοϊστορικά», «ιστορικοφανή» και «ιστοριογενή»), θα μπορούσαμε να εντάξουμε τα ποιήματα αυτά στα «ιστοριογενή», όπου δηλώνεται άμεσα το ιστορικό υλικό από το οποίο είναι εμπνευσμένα και κατά κάποιο τρόπο δεσμευμένα (Μ. Πιερής).
Στους «Αλεξανδρινούς βασιλείς» ο Καβάφης περιγράφει ένα γεγο­νός του 34 π.Χ. που διάβασε στους Βίους Παράλληλους του Πλούταρχου. Η περικοπή έχει ως εξής σε μετάφραση: «Αφού ο Αντώνιος γέμισε με όχλο το στάδιο και τοποθέτησε πάνω σε ασημένια εξέδρα δύο χρυσούς θρόνους, έναν για τον εαυτό του και έναν για την Κλεοπάτρα, και για τα παιδιά άλλους, λιγότερο εντυπωσιακούς, πρώτα ανακήρυξε την Κλεοπάτρα βασίλισσα της Αιγύπτου, της Κύπρου, της Λιβύης και της Κοίλης Συρίας με συμβασιλέα τον Καισαρίωνα, ο οποίος θεωρούνταν παιδί του Καίσαρα, και ύστερα ανακήρυξε βα­σιλείς των βασιλέων τους δικούς του γιους που είχε αποκτήσει με την Κλεοπάτρα- στον Αλέξανδρο επιδίκασε την Αρμενία, τη Μηδία και τα εδάφη των Πάρθων, όταν θα υποτάσσονταν στον Πτολεμαίο τη Φοινίκη, τη Συρία και την Κιλικία. Ταυτόχρονα, παρουσίασε τον Αλέξανδρο με μηδικό φόρεμα που συνοδευόταν από στέμμα και περσικό κάλυμμα κεφαλιού, ενώ τον Πτολεμαίο ντυμένο με υποδή­ματα, χλαμύδα και φαρδύ καπέλο».
Η τελετή αυτή είχε μεγάλη πολιτική σημασία για τον Αντώνιο και την Κλεοπάτρα, γιατί απέβλεπε στην κατακύρωση των χωρών που είχε κυ­ριεύσει ο Μέγας Αλέξανδρος στη βα­σίλισσα της Αιγύπτου και στα παιδιά της και στην ίδρυση μιας ελληνο­ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Το γεγονός αυτό οδήγησε τρία χρόνια αρ­γότερα στην τελική αναμέτρηση με τον Οκτάβιο και στον τραγικό θάνατο του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας. Με την αναφορά στην τελετή των Δωρεών ο Πλούταρχος στόχευε να δείξει τον ξεπεσμό του Ρωμαίου υπάτου, που είχε γίνει υποχείριο της Κλεοπά­τρας. Επιπλέον, ήθελε να αποδοκιμάσει τη διάβρωση του αυστηρού ρωμαϊκού ήθους του και την υποταγή του στην ανατολίτικη χλιδή.
Ο Καβάφης συνειδητά, σύμφωνα με ανέκδοτο αυτοσχόλιό του, δεν χρησιμοποιεί αυτούσια την περικοπή του Πλουτάρχου, αλλά τη μεταπλάθει επιλέγοντας μόνο τα σημεία που τον ενδιαφέρουν, περιγράφοντας, δηλαδή, από την τελετή μόνο ότι κατά τη γνώμη του έσπευδαν να δουν οι Αλεξανδρινοί («Την ανακήρυξιν εις βασιλείς των τριών υιών, των αρρένων κληρονόμων του οίκου των Λαγιδών»). Ως εκ τούτου, ερμηνεύεται εύκολα γιατί το πλήθος των Αλεξανδρινών αποκτά πρωτεύοντα ρόλο στο ποίημα και αποσιωπάται ο ρόλος του Αντώνιου στην τελετή, ενώ μνημονεύεται μόνο η Κλεοπάτρα ως μητέρα των παιδιών και παραλείπεται η συμβασιλεία της με τον Καισαρίωνα. Το ενδιαφέρον των Αλεξανδρινών είναι φυσικό να μην εστιάζεται στο λαμπρό σκηνικό (στο αργυρό βήμα και στους χρυσούς θρόνους), αλλά στην αμφίεση των παιδιών (μεροληψία Καβάφη: παραλείπεται η αμφίεση του Αλέξανδρου και Πτολεμαίου και ευνοείται του προσώπου που συμπαθεί ιδιαίτερα, του Καισαρίωνα, ο οποίος μάλιστα γίνεται το επίκεντρο του θεάματος). Έχουμε, βέβαια, και την αναμενόμενη ποιητική παρέμβαση: η όλη διαδικασία γίνεται αντικείμενο σαρκασμού από τον ποιητή-αφηγητή.
Το ποίημα έχει τα γνωστά καβαφικά γνωρίσματα: τον πεζολογικό χαρακτήρα, τη συμβολική χρήση ιστορικών προσώπων, την ειρωνεία, τον αισθησιασμό. Αρχίζει με την περιγραφή του ιστορικού γεγονότος της αναγόρευσης, στο οποίο επεμβαίνει σκηνοθετικά ο ποιητής τοποθετώντας την τελετή σε ανοιχτό χώρο (στο «Γυμνάσιο»), με πλήθος θεατές (Αλεξανδρινούς και λαμπρά αγήματα στρατιωτών). Το θέαμα είναι εντυπωσιακό και προκαλεί όλες τις αι­σθήσεις, ιδιαίτερα την όραση. Είναι όλοι διψασμένοι για «να δουν» τα παιδιά της Κλεοπάτρας, τα οποία αναφέρονται κατά ηλικίες, με έμφαση στον Καισαρίωνα. Ο Αντώνιος είναι ανύπαρκτος στο σκηνικό, ενώ η βασίλισσα της Αιγύπτου έχει δευτερεύοντα ρόλο. Τον πρώτο ρόλο τον έχουν τα παιδιά. Είναι αξιοσημείωτο το ρήμα «τα βγάζαν» που χρησιμοποιείται για την πρώτη δημόσια εμφάνιση του Αλέξανδρου και του Πτολεμαίου και το οποίο δείχνει την πρόθεση κάποιων να αποκομίσουν προσωπική δόξα από την τελετή. Η αναγόρευση αρχίζει με την απονομή των βασιλικών τίτλων: πρώτα στον Αλέ­ξανδρο (7 ετών), ύστερα στον Πτολεμαίο (2 ετών) και τελευταίο στο δεκα­τετράχρονο Καισαρίωνα. Οι τίτλοι είναι εντυπω­σιακοί, αλλά χωρίς περιεχόμενο. Οι χώρες που τους προσφέρονται δεν ανήκουν στο βασίλειο της Αιγύπτου. Η φανταχτερή τελετή, λοιπόν, απέβλεπε στον εντυπωσιασμό του πλήθους με «θύματα» τα ανήλικα παιδιά της Κλεοπάτρας που ανέβηκαν στην εξέδρα σαν βουβά πρόσωπα τραγωδίας, «έρμαια του ανόσιου παιχνιδιού που παίζεται σε βάρος τους» (Μηλιώνης), ανίκανα να συνειδητοποιήσουν την πραγματικότητα ή να προβλέ­ψουν τις εξελίξεις: το 30 π.Χ. ο Καισαρίων εκτελέστηκε, ενώ τα αδέρφια του αιχμαλωτίστηκαν και πέθαναν σε νεαρή ηλικία. Η γνώση των ιστορικών λεπτομερειών, που δεν παρατίθενται από τον Καβάφη, δίνει μια τραγική διάσταση στο ποίημα: τη θυσία των παιδιών στο βωμό των μητρικών φιλοδοξιών.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στον Καισαρίωνα και στην αμφίεση του, που τη χαρακτήριζαν ωραία υφάσματα σε ροδόχροα χρώματα, κορδέλες και πολύτιμοι λίθοι, ζαφείρια, αμέθυστοι και μαργαριτάρια. Η ομορφιά του Καισαρίωνα είναι εκτυφλωτική και καθρεφτίζει την ανατολίτικη πολυτέλεια. Οι πομπώδεις λέξεις της καθαρεύουσας που επιστρατεύονται για να αποδοθεί η εντυπωσιακή εμφάνιση του εφήβου περιέχουν ένα είδος ειρωνείας για την κενότητα και τη ματαιοδοξία του θεάματος, στοιχείο που ενισχύεται και από τον τίτλο «Βασιλεύς των Βασιλέων», που προέρχεται από την περικοπή του ιστορικού Δίωνος, αλλά συνειρμικά ανακαλεί στη σκέψη τον τίτλο που απέδωσαν τα λυσσασμένα πλήθη στον Ιησού λίγο πριν το σταυρικό θάνατο. Θα πρέπει, όμως, να επισημανθεί και ο αισθησιασμός, η συμπάθεια και η τρυφερότητα με την οποία περιγράφεται από τον Καβάφη ο Καισαρίων, μορφή που τον συγκινεί και σ’ άλλα του ποιήματα (πρβλ. τα ποιήματα «Καισαρίων» και «Τυανεύς γλύπτης»). Στο καβαφικό έργο, άλλωστε, είναι διάχυτη η λατρεία του κάλλους κι η εκλεπτυσμένη, ιδεαλιστική σύλληψη της ομορφιάς.
Στη συνέχεια, ακολουθεί η απομυθοποίηση: οι Αλεξανδρινοί γνώριζαν ότι το θέαμα και οι τίτλοι που αποδίδονταν στα παιδιά της Κλεοπάτρας δεν είχαν αντίκρισμα, «ήσαν λόγια αυτά και θεατρικά». Προσποιούνται όμως πως γοητεύονται από το «ωραίο θέαμα» και από την όλη τελετή, γιατί ταιριάζει στη διάθεση της μέρας («η μέρα ήτανε ζεστή και ποιητική,/ο ουρανός ένα γαλάζιο ανοιχτό») και στο χώρο, το Γυμναστήριο, «ένα/θριαμβικό κατόρθωμα της τέχνης». Επιπλέον, τους εντυπωσίαζε η πολυτέλεια των αυλικών και η χάρη του Καισαρίωνα. Η μέσα σε παρένθεση επισήμανση του ποιητή ότι ο Καισαρίων ήταν «αίμα των Λαγιδών» αποτελεί ένα ειρωνικό σχόλιο για το ότι άξιζε το μέγιστο τίτλο, αφού από την πλευρά της Κλεοπάτρας ήταν γνήσιος κληρονόμος του αιγυπτιακού θρόνου. Με συσσώρευση κινητικών ρημάτων («έτρεχαν», «κι εν­θουσιάζονταν», κι επευφημούσαν») ανακεφαλαιώνει ο ποιητής-αφηγητής το ζήλο των Αλεξανδρινών να δουν την αναγόρευση, ενώ ήξεραν ότι η τελετή ήταν θεατρική πράξη πολιτικής σκοπιμότητας και ότι οι τίτλοι των γιων της Κλεοπάτρας ήταν «κούφια λόγια», μια πράξη κενότητας και κομπασμού. Αυτό όμως δεν τους εμπόδιζε να διασκεδάσουν με το θέαμα, αφού ήταν άλλωστε λάτρεις της οχλοβοής, της μουσικής, των παρελάσεων. Έπαιζαν και αυτοί ένα θέατρο, ανταποκρινόμενοι σ’ αυτή την κούφια επίδειξη ισχύος, δείχνοντας ενθουσιασμό κι επευφημώντας σ’ όσες γλώσσες ήξεραν (ελληνικά, αιγυπτιακά, εβραϊκά).
Η αδιαφορία, όμως, για την αποκάλυψη της αλήθειας σχετικά με το πολιτικό περιεχόμενο της «παράστασης» κι η απάθειά τους υποδη­λώνει μια εποχή παρακμής, κατά την οποία ένας ολόκληρος κόσμος βάδιζε προς το τέλος του κι οι πολιτικοί θεσμοί του είχαν ξεθωριάσει. Άλλωστε, είναι γνωστό ότι οι εποχές παρακμής γοήτευαν τον Καβάφη, γιατί του θύμιζαν τη δική του. Εστιάζοντας ο ποιητής κυρίως στη στάση των Αλεξανδρινών υποδεικνύει έμμεσα την αντίθεση που συχνά χαρακτηρίζει τα λόγια και τα έργα των ανθρώπων και το χάσμα που υπάρχει ανάμεσα στην επιφάνεια και στην αλήθεια, ανάμεσα στο «φαίνεσθαι» και το «είναι».

****
Από το βιβλίο της Αγάθης Γεωργιάδου "Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες", που συνοδεύεται με CD της ΛΥΡΑ.  



****



Η Αγάθη Γεωργιάδου κατάγεται από την Κύπρο και είναι Διδάκτορας Φιλολογίας του Πανεπιστημίου του Λονδίνου. Εργάστηκε ως Ειδική Επιστήμων στο Τμήμα Φιλολογίας του Πανεπιστήμιου Κρήτης και ως μέλος της Ομάδας Λογοτεχνίας στο Κέντρο Εκπαιδευτικής Έρευνας (Κ.Ε.Ε.) και στο Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (Π.Ι.).  Από το 2007 ως το 2014 υπηρέτησε ως Σχολική Σύμβουλος Φιλολόγων. Συνέγραψε με άλλους συναδέλφους τα Βιβλία Καθηγητή για τα Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Α΄, Β΄ & Γ΄ Λυκείου και μετείχε σε Ομάδες εκπόνησης των νέων Προγραμμάτων Σπουδών για τη Λογοτεχνία και την Αρχαία Ελληνική Γραμματεία.
Στο προσωπικό συγγραφικό της έργο περιλαμβάνονται βιβλιοπαρουσιάσεις, επιστημονικά άρθρα και εκπαιδευτικά βιβλία στην Αρχαία,  Νεοελληνική και Ευρωπαϊκή Λογοτεχνία, όπως: Διαβάζοντας Κική Δημουλά (2001),  Λογοτεχνικές Διαδρομές (2005),  Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες, (2006), Η Ποιητική Περιπέτεια (2006), Η Νέα Ελληνική Λογοτεχνία Α΄ Λυκείου (2014), ), Διδακτική της Λογοτεχνίας (επιμ. 2017), Διδακτική της Νεοελληνικής Γλώσσας (επιμ. 2017) κ.ά.

****
Σημείωση:Θερμές ευχαριστίες στη φίλη Αγάθη, που μου εμπιστεύτηκε το κείμενό της.Μια ανάλυση που θα αποτελέσει πολύτιμο βοήθημα για φιλολόγους και μαθητές.Ιδιαίτερα στην Κύπρο,μιας και το ποίημα διδάσκεται στη Γ΄Λυκείου.

2 σχόλια:

Agathi Georgiadou είπε...

Ευχαριστώ πολύ, Εύα μου, για τη δημοσίευση και σε συγχαίρω για το ξεχωριστό αυτό Blog!

Eva Neocleous είπε...

Εγώ σ΄ευχαριστώ, Αγάθη μου!Η ανάλυσή σου είναι εξαιρετική και είμαι σίγουρη ότι θα αποτελέσει πολύτιμο βοήθημα για τους φιλολόγους!Κρίμα που έχει εξαντληθεί το βιβλίο :(