25 Μαρ 2009

"Μύθοι και σύμβολα μιας εθνικής επετείου"


Ο Ελληνισμός τιμά σήμερα την επέτειο της 25ης Μαρτίου.Τον Αγώνα του 1821 και την Επανάσταση για απόκτηση της ελευθερίας και της ανεξαρτησίας του.
Η σημασία του Αγώνα του 1821 είναι τεράστια και αναμφισβήτητη.

Αντί άλλου αφιερώματος:
Απόσπασμα από τον πανηγυρικό λόγο που εκφώνησε η Χριστίνα Κουλούρη(επίτιμος καθηγήτρια Τμήματος Ιστορίας και Αρχαιολογίας) στον επίσημο εορτασμό της 25ης Μαρτίου του Δημοκρίτειου Παν/μίου Θράκης το 1995.Το κείμενο έχει εκδοθεί από το Δημοκρίτειο Παν/μιο Θράκης με πρόλογο του Γιάννη Πανούση, Πρύτανη του Δ.Π.Θ.

Κάθε χρόνο, την ίδια μέρα, με την κυκλική περιοδικότητα που χαρακτηρίζει το θρησκευτικό και κοσμικό εορτολόγιο, συναντιόμαστε σε οικείους δημόσιους χώρους, για να συνεορτάσουμε μια εθνική επετειο: την 25 Μαρτίου 1821.
Η κανονικότητα, η ομοιομορφία και το αυτονόητο των εκδηλώσεων μας οδηγεί, ωστόσο, σε ένα είδος συλλογικής επανάπαυσης και δεν μας επιτρέπει να στοχασθούμε για την ίδια την επέτειο, το πώς και γιατί καθιερώθηκε, τα σύμβολα που τη συνοδεύουν και τους μύθους που την υφαίνουν, τη λειτουργία της τέλος στο δημόσιο συμβολικό λόγο της εθνικής κοινότητας. Ο ρητορικός δογματισμός και η αυταρέσκεια του πανηγυρικού λόγου ακυρώνουν, εξάλλου, σχεδόν εξ ορισμού την κριτική ιστορική γνώση του παρελθόντος, εκείνη που μόνη μας χειραφετεί ως πολίτες και μας εξασφαλίζει τη συλλογική αυτογνωσία.
Κατά κανόνα, ο λόγος που ακούγεται σε παρόμοιες ευκαιρίες συμπορεύεται με εκείνη την εκδοχή της ιστορίας, που ο Σπύρος Ασδραχάς ονόμασε “δικανική”. Ο όρος είναι, νομίζω, κατανοητός, εφόσον γνωστά είναι και τα χαρακτηριστικά του δικανικού λόγου. Η “δικανική ιστορία” αποφαίνεται περί δικαίων και αδίκων, κρίνει και αξιολογεί, παρουσιάζεται κατά περίπτωση ως κατήγορος ή ως συνήγορος.
Με αυτή της τη μορφή, η ιστορία γίνεται όπλο και αποδεικτικός μηχανισμός, γίνεται “χρήσιμη”. Η χρησιμότητά της, όπως νοείται από τους χρήστες της, εντοπίζεται συνήθως σε παρούσες συγκυρίες, σε ζητήματα του εκάστοτε πολιτικού, και κοινωνικού, παρόντος. Επιβεβαιώνεται έτσι η γνωστή ρήση του Benedetto Croce ότι “κάθε ιστορία είναι σύγχρονη ιστορία”. Με άλλα λόγια, η ιστορική γραφή, η ιστορική αποτύπωση του παρελθόντος, μας πληροφορεί και για το παρόν από το οποίο παράγεται. Πολλές φορές μάλιστα, μας πληροφορεί αποκλειστικά για το παρόν και καθόλου για το παρελθόν, το οποίο διαθλάται και παραμορφώνεται μέσα από τις διόπτρες του παρόντος. Έτσι, η πρόσληψη της ιστορίας μοιάζει να βρίσκεται σε αντίφαση με την οντολογία της, με αυτά καθεαυτά τα ιστορικά συμβάντα.
Η διαπίστωση αυτή ενδεχομένως ξενίζει εκείνους που πρεσβεύουν την αντικειμενικότητα της ιστορικής γνώσης και τη μοναδικότητα της αλήθειας. Αποτελεί ωστόσο κοινό μυστικό, από τον περασμένο ήδη αιώνα, ότι η ιστορία τέθηκε στην υπηρεσία μη επιστημονικών σκοπιμοτήτων και χρησιμοποιήθηκε ως ιδεολογικός μηχανισμός για τη νομιμοποίηση του έθνους-κράτους ή επιμέρους πολιτικών και κοινωνικών ομάδων.
..........
Οι ιστορικοί δεν είναι άμοιροι ευθυνών, εφόσον ενίοτε υποθάλπουν ή και καλλιεργούν παρόμοιες στάσεις. Παρατηρείται έτσι το φαινόμενο οι ίδιοι οι ιστορικοί να προβάλλουν την πλασματική εκδοχή της πραγματικότητας, τον μύθο αντί της ιστορίας. Αυτό οφείλεται εν μέρει και στο γεγονός ότι κάποτε ο ιστορικός ταυτίζεται με τα αντικείμενα της παρατήρησής του, μετέχει συναισθηματικά και χάνει την απόσταση που επιβάλλει η κριτική θεώρηση. Σ’αυτή την περίπτωση, το παρόν επικαθορίζει το παρελθόν και ο μύθος κατέχει κεντρικό ρόλο στον ιστοριογραφικό λόγο.
Στα όρια του μυθικού και του ιστορικού τοποθετείται η εικόνα που έχουμε για την Ελληνική Επανάσταση και, ειδικότερα, για την 25 Μαρτίου 1821. Δεν είναι, βεβαίως, δύσκολο να κατανοήσουμε αυτή τη μετάπτωση του ιστορικού στο μυθικό στην περίπτωση ενός γεγονότος τόσο σημαντικού για τη νεοελληνική ιστορική συνείδηση όπως ο Αγώνας.

Η ιδεολογικοποίηση και εξιδανίκευσή του προηγήθηκε της νηφάλιας επιστημονικής του διαπραγμάτευσης και γι’αυτό -αλλά και για πολλούς άλλους λόγους- το μυθολογικό του απείκασμα υπήρξε ισχυρότερο, συνεπώς διαρκέστερο, από την ιστορική του αναπαράσταση.
Στο μεγαλύτερο μέρος του 19ου αιώνα, όσο ζούσαν ακόμη οι αγωνιστές και όσοι είχαν την άμεση εμπειρία των πολλαπλών ρήξεων που φέρνει ένας πόλεμος, υπήρχε μια βιωματική σχέση με το παρελθόν, σχέση σχεδόν απαγορευτική για την ιστοριογραφική του επεξεργασία. Έγραφε χαρακτηριστικά ο Καμπούρογλους: "με την αρχαιότητα μας συνδέει ο θαυμασμός, με την παλαιότητα ο πόνος".
Πράγματι, πλάι στο θαυμασμό για τον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, που διακρίνει την ελληνική σκέψη από την εποχή του Διαφωτισμού, τοποθετείται, μετά τη δημιουργία του ελληνικού κράτους, η συναισθηματική σχέση με τους πατέρες. Και μάλιστα, η Ελληνική Επανάσταση θεωρείται ως η κατεξοχήν απόδειξη της αρχαιοελληνικής καταγωγής των νεότερων Ελλήνων, μέσα από μια νέα σύγκρουση Ευρώπης - Ασίας, ανάλογη με εκείνη των μηδικών πολέμων.
Οι ήρωες της Επανάστασης θα προβληθούν έτσι ως τα κατεξοχήν πρότυπα της ανδρείας και του πατριωτισμού, σύμφωνα με την κυρίαρχη αντίληψη που τόνιζε το σωφρονιστικό έργο της ιστορικής διδαχής και ήθελε την ιστορία “magistra vitae” (διδάσκαλο βίου), κατά την περίφημη διατύπωση του Κικέρωνα. Η λειτουργία αυτή διακρίνεται εναργέστερα στη σχολική πράξη, εκεί που η κοινωνικοποίηση του παιδιού στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στην υποβολή προτύπων συμπεριφοράς, προς μίμηση ή προς απόρριψη. Μέσα και έξω από το σχολείο, εξάλλου, τα πρότυπα αυτά, οι “μεγάλοι άνδρες”, φτιάχνουν την πινακοθήκη, θα λέγαμε, της εθνικής ιστορικής μνήμης: οι αγωνιστές συγκροτούν το εθνικό μαρτυρολόγιο, οι αρχαίοι Έλληνες, το εθνικό πάνθεον. Σύντομα, και όταν τα πενιχρά μέσα του ελληνικού κράτους το επιτρέψουν, οι εικόνες τους θα κοσμούν τις σχολικές αίθουσες, πλάι στη θρησκευτική εικόνα και το χάρτη της Ελλάδας.
Δεν υπάρχει αμφιβολία. Η Ελληνική Επανάσταση εντάχθηκε αμέσως, αβίαστα, αυτονόητα, στη νεοελληνική εθνική συνείδηση. Ήταν το ύψιστο γεγονός της συλλογικής αυτοεπιβεβαίωσης.

Ντελακρουά, ¨Η Ελλάδα στα ερείπια του Μεσολογγίου"

Οι ερμηνείες της, ωστόσο, δεν υπήρξαν πάντοτε σύμφωνες. Άλλωστε, ενόσω εξελισσόταν ακόμη, δεν έλειψαν οι εμφύλιες διαμάχες και συγκρούσεις. Μετά την αίσια έκβασή της, οι επιζώντες θέλησαν να υποστηρίξουν το δίκιο τους, τη δική τους εκδοχή για τα γεγονότα. Εν μέρει απολογητικός είναι συνεπώς ο χαρακτήρας των απομνημονευμάτων των στρατιωτικών και πολιτικών ηγετών του Αγώνα. Τεκμήρια της ατομικής μνήμης, οι πολύτιμες αυτές μαρτυρίες μας μεταφέρουν πάντως την αίσθηση της τομής και του σημαντικού που συμμερίζονταν όσοι μετείχαν στην Επανάσταση.

Η συγγραφή των απομνημονευμάτων δηλώνει ακριβώς τη βαρύτητα που απέδιδαν στη διατήρηση της μνήμης του γεγονότος, έστω με τις μεροληψίες και τις διαθλάσεις που επιβάλλει η χρονική απόσταση και η υποκειμενική στάση.
Είτε διαβάσει κανείς τα απομνημονεύματα είτε στηριχθεί στις πρώτες απόπειρες ιστοριογραφικής σύνθεσης που δημοσιεύονται κατά τις πρώτες δεκαετίες του ελληνικού κράτους, ανιχνεύει αυτό το διάλογο λήθης και ανάμνησης, σιωπής και υπόμνησης που διακρίνει κάθε κατασκευή μνήμης, ατομικής ή συλλογικής. Και στην περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης, υπήρχαν πολλά που έπρεπε να αποσιωπηθούν. Οι φόβοι, τα διλήμματα, οι ιδιοτέλειες, ανθρώπινες στάσεις δηλαδή, δεν είχαν θέση σε μια ιστορία επική, που φιλοδοξούσε να διδάξει μέσα από ηρωικά πρότυπα. Οι αντιδράσεις, επίσης, των ομάδων εκείνων που διαφωνούσαν με την κήρυξη της Επανάστασης δεν εναρμονίζονταν με μια εικόνα εθνικής σύμπνοιας και ομοψυχίας που η “επίσημη” ιστοριογραφία επιθυμούσε να προωθήσει. Συνεπώς, ήδη από τα μέσα του περασμένου αιώνα και αφού έχουν καταλαγιάσει τα πάθη που ακολούθησαν τη δολοφονία του Καποδίστρια, η μνήμη της Ελληνικής Επανάστασης καλύπτεται με το μανδύα του μύθου. Ένα μανδύα που δεν θα αποβάλει πάντως μέχρι και σήμερα σχεδόν, στις επετειακές της τουλάχιστον εκδοχές.
Βεβαίως, και αυτό το τονίζω, ο μύθος δεν είναι πάντοτε ο ίδιος. Όπως επισήμανα και στην αρχή της ομιλίας, η διαχείριση της ιστορικής γνώσης διαφοροποιείται μέσα στη διαχρονία αλλά και στη συγχρονία, ανάλογα με τους κοινωνικούς και πολιτικούς εκφορείς της.

Έτσι και η Επανάσταση του 1821 ερμηνεύθηκε ως εθνική αναγέννηση, ως αστική επανάσταση, ως λαϊκό κίνημα κ.ο.κ. Δεν θα επιμείνω εδώ σε όλες τις δυνατές, και υπαρκτές, ερμηνευτικές της αποχρώσεις.
Είναι πάντως ενδιαφέρον να σταθούμε σε δυο τουλάχιστον όψεις της πρόσληψής της, οι οποίες χωρίς να είναι κατ’ανάγκην ασύμπτωτες είναι και διαδοχικές. Η πρώτη όψη είναι αυτή της “ανολοκλήρωτης” επανάστασης. Σε όλο το 19ο αιώνα και μέχρι την κατάρρευση του μικρασιατικού μετώπου το 1922, η Ελληνική Επανάσταση θεωρούνταν ανολοκλήρωτη και το έργο των αγωνιστών ατελές. Το όνειρο της αλυτρωτικής επέκτασης, όπως εκφράστηκε με την πολιτική της Μεγάλης Ιδέας, στηριζόταν σε αυτήν ακριβώς την ερμηνεία της Επανάστασης.
Η δεύτερη όψη είναι εκείνη της “επερχόμενης” επανάστασης. Αντίληψη συνδεδεμένη με τους μετασχηματισμούς της ελληνικής κοινωνίας και τις νέες πολιτικές ομάδες που αναδείχθηκαν στις αρχές του 20ού πλέον αιώνα, στήριζε μια θεωρητική και εξόχως πολιτική συζήτηση ως προς το χαρακτήρα της νέας, “επερχόμενης”, επανάστασης - αν θα ήταν αστικοδημοκρατική, σοσιαλιστική κλπ. Μια καινούρια, “προοδευτική”, μυθολογία της Ελληνικής Επανάστασης εφευρίσκεται λοιπόν μέσα στον 20ό αιώνα.
Το στοιχείο της εφεύρεσης δεν είναι φυσικά πρωτότυπο. Από τη στιγμή της ίδρυσής του, το νεαρό ελληνικό κράτος θα αναζητήσει και θα εφεύρει, σε αναλογία με τα σύγχρονά του δυτικοευρωπαϊκά, τα συμβολικά στοιχεία της συνοχής του. Θεσμοί και τελετές με ιστορικές αναφορές θα χρησιμοποιηθούν προς επικουρία του ενοποιητικού έργου.
Στην περίπτωση της Ελληνικής Επανάστασης, αλλά και άλλων στιγμών της πρόσφατης ιστορίας μας αργότερα, παρατηρείται ένας συναρπαστικός μεταβολισμός: η μετατροπή της ίδιας της μνήμης, της βιωμένης ιστορίας, σε συλλογική κληρονομιά, σε κοινό κτήμα της εθνικής κοινότητας. Ο μεταβολισμός αυτός συντελείται και μέσω μιας δημόσιας, συχνά θεατρικής, γλώσσας που αρθρώνεται με τελετουργικά και συμβολικά στοιχεία.

Θα μπορούσα να αναφέρω, για παράδειγμα, τα εθνικά μνημεία και τους ανδριάντες, τις επετειακές εκδηλώσεις και τις παρελάσεις, τις σημαίες και άλλες συμβολικές αναπαραστάσεις. Η αποτελεσματικότητα αυτών των στοιχείων έγκειται κυρίως στη θεσμοθέτηση και την επανάληψή τους και όχι τόσο στη συναισθηματική και ενθουσιώδη συμμετοχή του πλήθους. Όπως σημειώνει χαρακτηριστικά ο Γ.Χαριτάκης το 1921, ενόψει του εορτασμού της εκατονταετηρίδας της Επανάστασης, “αι παρ’ημίν τελεταί και εορταί συνίστανται, σχεδόν κατά κανόνα, εις ιεροτελεστίας, στρατιωτικάς παρατάξεις και εκφωνήσεις πανηγυρικών λόγων, έχουν δε συνήθως κάπως μονότονον χαρακτήρα. Εις τας τοιαύτας τελετάς η συμμετοχή του λαού, παρ’ όλας τας προσπαθείας των εκάστοτε οργανωτών είναι μάλλον χλιαρά, εκτός εάν πρόκειται περί εορτασμού προσφάτου εκάστοτε χαρμοσύνου εθνικού γεγονότος, το οποίον να ενθουσιάζη τους πάντας και να καλύπτη πάσαν ανεπάρκειαν οργανώσεως ή προπαρασκευής” (σ.20). Η Μικρασιατική Καταστροφή δεν επέτρεψε πάντως τον εορτασμό της εκατονταετηρίδας, η οποία γιορτάστηκε τελικά το 1930, επέτειο της ίδρυσης του ελληνικού κράτους.
Απ’όλες, ωστόσο, τις δυνατές ημερομηνίες για τον εορτασμό την Ελληνικής Επανάστασης, είχε επιλεγεί από το 1838 εκείνη της έναρξης του απελευθερωτικού αγώνα, χωρίς πάντως την ακρίβεια που επέβαλλε η ιστορική έρευνα και τα πραγματικά γεγονότα.

Πράγματι, τα γεγονότα υπαγόρευαν την επιλογή είτε της 24 Φεβρουαρίου, με την εκδήλωση του κινήματος του Υψηλάντη, ή έστω της 23 Μαρτίου, όταν ξεσπά η επαναστατική δράση στην Πελοπόννησο. Παρ’όλα ταύτα, το Β.Δ. του 1838 που καθιέρωνε την 25 Μαρτίου ως εθνική εορτή, επικαλούνταν τους εξής λόγους για την επιλογή: πρώτον, το γεγονός ότι τη μέρα αυτή το 1821 έγινε η έναρξη του “υπέρ της ανεξαρτησίας αγώνος του ελληνικού έθνους” και δεύτερον, γιατί η μέρα αυτή ήταν “λαμπρά καθ’εαυτήν” λόγω του Ευαγγελισμού.

Φαίνεται ότι από τους δυο λόγους ισχύει μόνον ο δεύτερος, η σύνδεση δηλαδή της εθνικής επετείου με τη θρησκευτική εορτή και τους συμβολισμούς για το έθνος που συνεπαγόταν ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου. Μάλιστα, η ισχύς του συμβολισμού επικράτησε των πορισμάτων της έρευνας, εφόσον σήμερα κανένας δεν πιστεύει πλέον ότι η Ελληνική Επανάσταση κηρύχθηκε όντως την 25 Μαρτίου 1821 ούτε ότι αυτό συνέβη στην Αγία Λαύρα.
Ο θρύλος για την ύψωση του λαβάρου της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στην Αγία Λαύρα πλάστηκε στην ουσία στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, με τη συνδρομή ποικίλων παραγόντων, παρόλο που αγνοήθηκε ή διαψεύσθηκε από τη νεοελληνική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα. Η αφετηρία του μύθου μπορεί να ανιχνευθεί στην περιγραφή ενός Γάλλου περιηγητή, του Πουκεβίλ, που έγραψε το 1824 μια “Ιστορία της ελληνικής επανάστασης”. Εκεί δίνει μια ρομαντική περιγραφή της κήρυξης της επανάστασης, κατάλληλης προς κατανάλωση από το σύγχρονό του ευρωπαϊκό κοινό.
Η παγίωση του μύθου θα ευνοηθεί πάντως από τις συνθήκες που θα αναπτυχθούν στο εσωτερικό του ελληνικού κράτους μετά τη δημιουργία του, δηλαδή τις κοινωνικές ομάδες που θα αναλάβουν ηγετικό ρόλο και θα θελήσουν να εξάρουν τη συμβολή τους στο απελευθερωτικό έργο, την ανάπτυξη του νεοελληνικού τοπικισμού, την ανάγκη σύνδεσης θρησκείας και έθνους, κυρίως μετά την κήρυξη του αυτοκεφάλου της ελληνικής εκκλησίας το 1833 και την επακόλουθη ψυχρότητα με το Πατριαρχείο. Η καθιέρωση, εξάλλου, της εθνικής επετείου της 25 Μαρτίου συνέβαλε στη μυθοποίηση της Λαύρας, μυθοποίηση που στη συνέχεια κρυσταλλώνεται μέσα από τη λογοτεχνία και τη ζωγραφική.
Η ίδια η επέτειος της 25 Μαρτίου γνώρισε ωστόσο κατά τα πρώτα χρόνια της καθιέρωσής της περιπέτειες, για τις οποίες αναμφίβολα δε μας υποψιάζει ο τωρινός, ομόψυχος και λαμπρός εορτασμός της.
Φαίνεται, λοιπόν, ότι στα χρόνια της οθωνικής βασιλείας, και μάλιστα στις παραμονές του Συντάγματος του 1843, η επέτειος απέκτησε πολιτικό περιεχόμενο και εμπλέχτηκε στην αντιπολιτευτική δράση κατά του Όθωνα.
Κάποιοι νέοι, φοιτητές κυρίως, αποφάσισαν να γιορτάσουν με το δικό τους, διαφορετικό τρόπο την 25 Μαρτίου, και γι’αυτή τους την πράξη παραπέμφθηκαν σε δίκη. Αξίζει, νομίζω, να σταθούμε σ’αυτή τη διάσταση ανάμεσα στον επίσημο, κρατικό, εορτασμό της εθνικής επετείου και στην ενθουσιώδη, ιδιωτική πρωτοβουλία μιας ομάδας νέων, για τους οποίους η επέτειος αυτή συμβόλιζε την εξέγερση της Ελλάδας εναντίον κάθε μορφής τυραννίας. Αλλά και να επισημάνουμε την καταστολή αυτής της πρωτοβουλίας που δεν συμβάδιζε με το επιβεβλημένο τυπικό και θεωρήθηκε ότι υπέκρυπτε ανατρεπτικές ροπές.
Ας πάρουμε όμως τα πράγματα από την αρχή. Όπως ανέφερα ήδη, η 25 Μαρτίου καθιερώθηκε ως εθνική επέτειος το 1838, και τότε γιορτάστηκε και για πρώτη φορά επίσημα. Μέχρι τότε, το ελληνικό κράτος γιόρταζε δυο επετείους, και τις δυο συνδεδεμένες με το πρόσωπο του βασιλέα: τα γενέθλια και τα αποβατήρια. Η 25 Μαρτίου θα είναι, συνεπώς, η μόνη καθαρά εθνική γιορτή, “η μόνη”, σύμφωνα με την εφημερίδα της εποχής Αθηνά, “ήτις ημπορεί να συγκινήση παντός ευαισθήτου Έλληνος την καρδίαν”.
Από την επόμενη χρονιά, το 1839, δοκιμάζεται ένας ιδιωτικός εορτασμός, ο οποίος επαναλαμβάνεται και το 1840, ώστε να αντισταθμιστεί, σύμφωνα με τη μαρτυρία ενός από τους πρωταγωνιστές των γεγονότων, η αδιαφορία ή η δυσμένεια των Βαυαρών για τη γιορτή αυτή. Την πρωτοβουλία ανέλαβε μια ομάδα νέων οι οποίοι γιόρτασαν την επέτειο με μνημόσυνο των πεσόντων του Αγώνα στην εκκλησία της Καπνικαρέας και με συμπόσιο και μουσική σε σπίτι φωταγωγημένο και διακοσμημένο με συμβολικές εικόνες. Η αντιοθωνική μερίδα, την οποία αποτελούσαν κατά πλειονότητα νέοι, θέλησε μ’αυτό τον τρόπο να ιδιοποιηθεί τον πανηγυρισμό της εθνικής επετείου.
Η αντιπαράθεση που απλώς λάνθανε τα δυο πρώτα χρόνια ξέσπασε το 1841. Τότε, τη μέρα του Ευαγγελισμού, δεν ακούσθηκαν οι πρωινοί κανονιοβολισμοί - δείγμα ενδεχομένως της ολιγωρίας και απροθυμίας της διοίκησης. Όπως θα γράψει ένα μήνα αργότερα ένας άλλος από τους πρωταγωνιστές, ο Θεόδωρος Ορφανίδης: “φθάνει η 25 Μαρτίου, η ημέρα καθ’ ην εκδικητικός κεραυνός επέσκηψεν μετά πατάγων κατά της κεφαλής των τυράννων μας” ... “και τί γίνεται; τίποτε: μήτε εσπερινή μουσική, μήτε εωθινά άσματα, μήτε πυροβόλων εκπυρσοκροτήσεις”.
Οι νεαροί φοιτητές αποφασίζουν τότε να γιορτάσουν εκείνοι με τη λαμπρότητα που της άρμοζε την εθνική επέτειο. Φωταγωγούν εναν κατάλληλο χώρο και παρουσιάζουν στους διαβάτες σειρά συμβολικών εικόνων. Η εικόνα του Κοραή κατέχει κεντρική θέση. Ο αντιμοναρχισμός και οι δημοκρατικές ιδέες του “σοφού γέροντος των Παρισίων” εξηγούν τη συμβολική του εμφάνιση σε έναν τέτοιο εορτασμό. Κάποιες από τις υπόλοιπες εικόνες που είχαν αναρτηθεί στον ίδιο χώρο εκλαμβάνονται από τη διοίκηση ως αντιπολιτευτικές και καταστρέφονται. Επρόκειτο, μεταξύ άλλων, για την εικόνα ενός πλοίου που κλυδωνιζόταν χωρίς πηδάλιο.
Οι πρωτεργάτες της εκδήλωσης συλλαμβάνονται και παραπέμπονται σε δίκη.

Ο Ζήσης Σωτηρίου, ομοϊδεάτης και συνεορταστής τους τα προηγούμενα χρόνια, ήταν άρρωστος τη μέρα του Ευαγγελισμού και δε συνελήφθη. Για συμπαράσταση, μήνυσε ο ίδιος τον εαυτό του στην Εισαγγελία. Στη δίκη ο Ορφανίδης διάλεξε τον έμμετρο λόγο για να απολογηθεί. Διαβάζω λίγους χαρακτηριστικούς στίχους απ’αυτήν την απολογία:
"Διατί της δίκης ταύτης κοινολογηθείσης μόλις
Στο ακροατήριον σας συνηθροίσθη όλ’ η πόλις;
[......]
Έχει εθνισμόν η δίκη, κ’ ήλθε να ιδή καθείς των
πώς το δικαστήριόν σας κρίνη περί των μεγίστων,
Ήλθεν να ιδή ο Έλλην, αν τιμών τους ήρωάς του,
Αμυδρόν αν ρίπτων βλέμμα στας ενδόξους εποχάς του,
Εάν εις τάφους σπένδων των προμάχων δακρυχέων
Θα συμμερισθή την τύχην των κακούργων και φονέων".
Οι κατηγορούμενοι αθωώθηκαν τελικά εκτός από έναν, στον οποίο επιβλήθηκε φυλάκιση ενάμιση μηνός. Τον επόμενο χρόνο, επανέρχονται ζητώντας την άδεια να παρουσιάσουν το θεατρικό έργο του Ιωάννη Ζαμπέλιου “Ρήγας ο Θεσσαλός” και με τις εισπράξεις να ανεγείρουν μνημείο πρός τιμήν του Ρήγα. Η άδεια δεν δόθηκε, ίσως από το φόβο των ταραχών, αλλά ο Ζήσης Σωτηρίου, που συναντήσαμε προηγουμένως, αποφάσισε στο εξής να γιορτάζει την ονομαστική του εορτή την 25η Μαρτίου.
Έτσι, το βράδυ της 25 Μαρτίου 1843, γιορτάζοντας τη γιορτή του Ζήση Σωτηρίου οι νέοι του Πανεπιστημίου και του Γυμνασίου περιήλθαν όλη την πόλη ψάλλοντας άσματα υπέρ του Συντάγματος. Ο Σεπτέμβριος ήταν πια κοντά και η σύνδεση της εθνικής επετείου με τις φιλελεύθερες διεκδικήσεις απροκάλυπτη.
Εντελώς διαφορετικός είναι ο συμβολισμός της εθνικής επετείου κάποιες δεκαετίες αργότερα, όταν το προσκύνημα στο νησί της Τήνου προσλαμβάνει όχι μόνο θρησκευτικό αλλά και εθνικό χαρακτήρα. Στη Μεγαλόχαρη, το μεγαλύτερο πλήθος των προσκυνητών ως το 1922 συνέρρεε την 25 Μαρτίου και όχι την 15 Αυγούστου. Ενδεικτικά, σύμφωνα με μια στατιστική του 1881, μέσα σε μια μέρα στο πανηγύρι του Μαρτίου έφθασαν στο νησί 25000 προσκυνητές. Ο εορτασμός του ευαγγελισμού στην Τήνο λειτουργούσε ώς τη Μικρασιατική Καταστροφή σαν εθνικό προσκλητήριο, συγκεντρώνοντας προσκυνητές και από το ελληνικό κράτος αλλά και από τον ελληνισμό της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, κυρίως από τη Σμύρνη.
Ο Δροσίνης περιγράφει γλαφυρά αυτή την ποικιλόχρωμη συνεύρεση: “Ο φουστανελλοφόρος χωρικός της Ρούμελης με την δασύτριχον κάπαν προστρίβεται επί του βελουδίνου γελεκίου του κομψού Σμυρναίου, ενώ του εκ Τσεσμέ βρακοφόρου η κεφαλή παρεμπίπτει μεταξύ του αργυροστεφούς μετώπου Ελευσινίας λυγερής και των μαύρων οφθαλμών Αλεξανδρινής Σφιγγός. Επεται τεφρόχρους πίλος Συριανου βιομηχάνου και χρυσούν παπάζι Μεσσηνίας δεσποίνης...”. Ο ρόλος αυτός του νησιού της Τήνου κατά την εθνική επέτειο παραλληλίζεται άλλωστε σε εφημερίδα της εποχής με το ρόλο του ιερού του Απόλλωνα στη γειτονική Δήλο κατά την αρχαιότητα.
Η αναφορά στις δυο διαφορετικές μορφές που προσέλαβε ο εορτασμός της 25 Μαρτίου μέσα στον προηγούμενο αιώνα έρχεται να συναντήσει όσα εισαγωγικά καταγράφηκαν σχετικά με τη μυθοποίηση και την ιδεολογική χρήση της ιστορίας. Μια επέτειος μπορεί να είναι ένα πολλαπλό, ακόμη και αντιφατικό, σύμβολο. Μπορεί να προβάλλεται για να τονίσει την ενότητα μιας κοινωνίας ή, αντίθετα, για να υπογραμμίσει τις ρωγμές και τις αντιπαλότητές της.
Πέρα απ’όλα αυτά, συμπυκνώνει κάποιες αξίες, εκείνες που θεωρείται πως πραγματώθηκαν κατά τη διάρκεια των εορταζομένων γεγονότων. Ο εορτασμός της επετείου επιβεβαιώνει την προσήλωση των μελών της κοινωνίας στις αξίες αυτές. Έτσι και με την 25 Μαρτίου.

Οι φοιτητές του 1841 διαδήλωναν με τον εορτασμό της την προσήλωσή τους στις δημοκρατικές αρχές της Επανάστασης, εκείνες που κατά τη γνώμη τους καταπατούσε η βαυαρική διοίκηση και η οθωνική απολυταρχία. Οι προσκυνητές της Μεγαλόχαρης, από τη μεριά τους, τιμούσαν τις αξίες της ενότητας του ελληνισμού αλλά και προσδοκούσαν την τελείωση της “ανολοκλήρωτης” επανάστασης.

Σήμερα, 157 χρόνια μετά τον πρώτο εορτασμό, ίσως αξίζει να στοχαστούμε, πέρα από την τελετουργική επανάληψη γνωστών από τα σχολικά μας χρόνια στερεοτύπων, ως προς την αξιακή φυσιογνωμία αυτής της επετείου, ως προς τη θέση της στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αλλά και ως προς το πραγματικό ιστορικό της περιεχόμενο.

16 σχόλια:

Aceras Anthropophorum είπε...

Προτιμώ την δικήν σου παρέμβασην παρά αυτήν του υπουργού που εδήλωσεν υποταγήν στην ιστορίαν του μύθου μπας τζιαι έχει να πληρώσει πάλε πολιτικές απώλειες.

ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΙ ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΧΟΛΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ είπε...

Εξαιρετική ομιλία Εύα,σωστά πράττεις που την υπενθυμίζεις.
ΑΠΟΡΙΑ: Οι νέοι του '21 ξεσηκώθηκαν, του 1841, του 1843... του 1931, του 1941...του 1973-74 κλπ.
Πώς γίνεται οι σημερινοί νέοι να αντιδρούν(;) τόσο πλαδαρά στα νοσηρά φαινόμενα των καιρών μας; Τόσο καλά τα κατάφερε το ντόπιο κατεστημένο;

Ανώνυμος είπε...

Εύα, η "Ωδή στο Γ. Καραϊσκάκη", αν καλά θυμάμαι [επειδή μάλλον ο αγαπητός σε μένα δημιουργός της "λησμόνησε" πολλά εδώ και κάποια χρόνια], είχε έμμεσες, λόγω ελληνικής-χριστιανικής δικτατορικής κρατικής λογοκρισίας, αναφορές στο θάνατο του Τσε Γκουεβάρα (Οκτ. 1968)!
**Σε σχέση με τον εξαιρετικό νοηματικά και επιστημονικά προβληματισμό της Χρ. Κουλούρη: οι πολυσήμαντες διαπιστώσεις και απόψεις εξ αντικειμένου αδυνατίζουν, καθώς εντάσσονται αναγκαστικά στο πλαίσιο ενός "εορτασμού επετειακού" [=το ακροατήριο πόσο "έτοιμο" είναι για να αφομοιώσει κριτικές θέσεις κι όχι λιβάνισμα;].
Αλλά σίγουρα δε χάνουν την εμβέλειά τους.
Σχολιάζω, όμως, ότι γενικά υπάρχουν οι πανθομολογούμενες ιδεολογικές χρήσεις της Επανάστασης του 1821 από τους "εθνικιστικούς" κύκλους, αλλά λογικά και μεθοδολογικά προκύπτουν και οι ανάλογες από τους "αντιεθνικιστικούς" κύκλους. Νομίζω πριν 2 χρόνια ο ιστορικός Βασίλης Κρεμμυδάς είχε δημοσιεύσει ένα κείμενο [εισήγηση] σχετικό με το πρόβλημα. Το έχω κάπου. Στη διάθεσή σας, αν.
***Δυστυχώς, ο αμαρτωλός "σχολικός πολιτισμός" της ελεύθερης Κύπρου ΚΑΙ ΦΕΤΟΣ δεν επιτρέπει ελεύθερη συζήτηση -εννοώ χωρίς προκαταλήψεις, στερεότυπα και μειωτικές διακρίσεις σε βάρος απόψεων και ανθρώπων!- των διαφορετικών θέσεων. Πολλοί φίλοι με ενημέρωσαν ότι στα σχολεία τους το τρίπτυχο "πατρίς -θρησκεία -οικογένεια" έκανε το θαύμα του σε βάρος του ΙΕΡΟΥ ΑΓΩΝΑ των ΑΓΝΩΝ ξυπόλητων, πεινασμένων και διψασμένων για ελευθερία και καλύτερη ζωή Ελλήνων ΑΓΩΝΙΣΤΩΝ, και όσων άλλων Βαλκανίων και Ευρωπαίων συναγωνιστών και συμπολεμιστών τους, που συμπαραστάθηκαν. Φυσικά, ξεχάστηκε κι ότι το φιλελληνικό κίνημα ήταν εν πολλοίς μέρος του ευρύτερου δημοκρατικού αντιμοναρχικού κινήματος των λαών της εποχής!!!
Αλλά τι καρτεράμε, ωρέ Έλληνες, όταν "επίσημα" βιβλία ή "λυσάρια" ή "αυθεντίες φιλόλογοι" μάς βεβαιώνουν ότι η ωδή του επαναστάτη καρμπονάρου Ανδρέα Κάλβου "Εις Αγαρηνούς" δήθεν "αναφέρεται στους Τούρκους κατακτητές"!
Κι όμως οι ερευνητές γνωρίζουν ότι ο τίτλος μπήκε εξαιτίας της λογοκρισίας όταν κυκλοφορούσε στη Γαλλία της "Παλινόρθωσης" η συλλογή. Ο χειρόγραφος τίτλος ο αυθεντικός που έδωσε ο Α. Κάλβος ήταν "Εις τυράννους". ΟΛΟ ΤΟ ΠΟΙΗΜΑ ΚΑΤΑΦΕΡΕΤΑΙ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟΥΣ ΤΥΡΑΝΝΟΥΣ ΒΑΣΙΛΙΑΔΕΣ ΤΗΣ "ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗΣ" ΕΥΡΩΠΗΣ. ΚΑΜΠΟΣΟΙ ΟΜΩΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΦΙΛΟΛΟΓΟΙ ΠΟΥ ΒΟΛΕΥΟΝΤΑΙ ΣΤΗΝ ΗΜΙΜΑΘΕΙΑ!
Το ποίημα παραποιήθηκε στον τίτλο και στο περιεχόμενο καταγγελίας της βασιλικής τυραννίας. Αλλά συγχρόνως ο "Μύθος του κρυφού σχολειού" ζει και βασιλεύει και υπονομεύει κάθε σοβαρή ιστορική συζήτηση γύρω από τους σημαντικούς κύκλους των Διδασκάλων του Γένους, του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, της πραγματικής συνεισφοράς των ιερωμένων Διδασκάλων και σοφών! Της ευρωπαΊκής συνιστώσας της ιδεολογικής προετοιμασίας του μεγάλου ΑΓΩΝΑ.
Γ.Μ.

Phivos Nicolaides είπε...

Πόσο πραγματικά ενδιαφέρο κείμενο, συμφωνείς δεν συμφωνείς, είναι γεμάτο πολύτιμες πληροφορίες και στοιχεία που μπορεί κάποιος να αξιολογήσει και να πάει παρακάτω. Εύα Μπράβο για τις εύστοχες επιλογές σου!

Eva Neocleous είπε...

Acera,
αυτή τη φορά το μήνυμα του Υπουργού έγινε αποδεκτό απ΄όλους και προκάλεσε ρίγη εθνικής συγκίνησης.Σωστά παρατηρείς ότι το πολιτικό κόστος τον ανάγκασε να ακολουθήσει την πεπατημένη.Μετά τα όσα τραγελαφικά έγιναν τότε με το μήνυμα για τον Μακάριο, επέλεξε τη συμμόρφωση.Πού να δεις ακόμα και το μήνυμα για την 1η Απριλίου!

Eva Neocleous είπε...

@ Εκπαιδευτικοί για τη σχολική Ιστορία,
όντως το κείμενο της Κουλούρη είναι επίκαιρο, έστω κι αν γράφτηκε το 1995.Αποκαλύπτει αλήθειες που πρέπει να λέγονται. Και βέβαια τονίζει τη σημασία του Αγώνα του 1821.
...Προφανώς εννοείς τη μη συμμετοχή των νέων στις κινητοποιήσεις που γίνονται αυτές τις μέρες.Δυστυχώς, είναι ανύπαρκτο το φοιτητικό κίνημα στην Κύπρο.Τραγική η διαπίστωση αλλά εκφράζει την πραγματικότητα.

Eva Neocleous είπε...

Γιώργο,
πολλά τα θέματα που βάζεις και χρήζουν εκτενέστερης συζήτησης.
Για το τραγούδι, ίσως έχει τις αναφορές που λες(θα το ψάξω).
Το κείμενο της Κουλούρη σίγουρα δεν αποτελεί "λιβάνισμα".Συμφωνώ όμως με τις διαπιστώσεις σου.
(Στείλε μου αν έχεις πρόχειρο το άρθρο του Κρεμμυδά).
...Ως προς τις σχολικές γιορτές τώρα.Τυποποιημένες, εκδηλώσεις παρωχημένων εποχών, στατικές(εδώ και δεκαετίες επαναλαμβάνονται με τον ίδιο, πανομοιότυπο τρόπο).
Φέτος, είπαν κάποιοι να πρωτοτυπήσουν, υιοθετώντας και το στόχο του Υπουργείου για καινοτομίες, στις πρώτες εκδηλώσεις της χρονιάς.Το αποτέλεσμα ήταν να δεχτούν επιθέσεις, κριτική,"συμβουλές".Τέλειωσε, μπήκαν στο ράφι οι φετινοί στόχοι.
Όσοι τόλμησαν να σηκώσουν κεφάλι(οι ελάχιστοι ίσως), απογοητεύτηκαν πλέον. Αναρωτιούνται αν αξίζει "να πολεμούν".Μια από τα ίδια και φέτος λοιπόν.Κι οι μαθητές να βαριούνται και να περιμένουν να τελειώσει το δίωρο...

Eva Neocleous είπε...

Φοίβο μου,
σ΄ευχαριστώ για τα καλά σου λόγια.
Αυτό που λέει στον επίλογο η συγγραφέας είναι νομίζω το πιο σημαντικό:
"...αξίζει να στοχαστούμε, πέρα από την τελετουργική επανάληψη γνωστών από τα σχολικά μας χρόνια στερεοτύπων, ως προς την αξιακή φυσιογνωμία αυτής της επετείου, ως προς τη θέση της στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία αλλά και ως προς το πραγματικό ιστορικό της περιεχόμενο".
Να΄σαι καλά.

as eon είπε...

Εξαιρετικό κείμενο

Μιχάλης είπε...

Πολύ ενδιαφέρον το κείμενο.

όσον αφορά τους φετινούς σχολικούς γιορτασμούς, δεν αποφύγαμε και πάλι τα ρεζιλίκια.

Σε τηλεππτικά ρεπορτάζ είδαμε τους μαθητές μας να χορεύουν και να τραγουδούν με περηφάνεια αλλά όταν τους ρώτησαν τι γιορτάζουνε, έγινε το... έλα να δεις.

Τι 1940 ακούσαμε, τι άγγλους ακούσαμε, τι εισβολή του 74...

Αυτό και αν αποτελεί απόδειξη ότι δεν χρειάζονται αλλαγές στους τρόπους διδασκαλίας...

Eva Neocleous είπε...

@ as eon,
συμφωνώ μαζί σου.
......
Μιχάλη,
τη γνώμη μου για τις σχολικές γιορτές την είπα και πιο πάνω στον Γιώργο.
'Ενα άλλο θέμα είναι κι αυτό των μαθητικών παρελάσεων, για το οποίο στην Ελλάδα γίνεται μεγάλη συζήτηση.
(Η Ελλάδα και η Κύπρος περιλαμβάνονται στις λίγες χώρες της Ε.Ε., στις οποίες εξακολουθούν να γίνονται στρατιωτικές και μαθητικές παρελάσεις, ενώ οι μεγαλύτερες σε όγκο πραγματοποιούνται στην Κίνα, την Τουρκία και σε αφρικανικές δημοκρατίες),γράφτηκε στον τύπο.
Όσοι υποστηρίζουν την κατάργηση των μαθητικών παρελάσεων - και είναι πολλοί-θεωρούν, ανάμεσα στα άλλα, "ότι αποτελούν μια επινόηση του Φρειδερίκου της Πρωσίας, όταν ήταν υπό διαμόρφωση τα εθνικά κράτη, που αποθεώθηκε στη χιτλερική Γερμανία, ενώ στην Ελλάδα είναι εισαγόμενη από τον Μεταξά και το εθνικό πρόσταγμα της δικτατορίας του".
Υπάρχει βέβαια και η αντίθετη άποψη που δε συμφωνεί με την κατάργηση, αφού την συνδέει με τον κίνδυνο συρρίκνωσης της εθνικής συνείδησης.
...Κατάργηση ή μη, το ζητούμενο είναι να εμπλακούν οι ίδιοι οι μαθητές στη διοργάνωση εκδηλώσεων για τις εθνικές επετείους, να πουν οι ίδιοι πώς θέλουν να τιμούν ταυς Αγώνες και τους ήρωες κι εμείς να τους βοηθήσουμε να αποκτήσουν κριτική ιστορική γνώση.
...Σαφώς και χρειάζονται αλλαγές.Το σχολείο οφείλει να γίνει δημοκρατικό και σύγχρονο.

VaD είπε...

Μα τι λετε τώρα,πώς τολμάτε να θίγετε τα ιερά και τα όσια,δε φοβάστε μην αναστηθεί ο ΠΠΓερμανός και σας κατηγορήσει οτι του κλεβετε τη δόξα;Δε φοβάστε μην αναστηθεί ο Μεταξάς(μπρρρρρρ!)και σας κατηγορήσει που θέλετε να καταργήσετε "τας παρελάσεις τας οποίας εκείνος καθιέρωσεν";

Καλή σας μέρα....

Ανώνυμος είπε...

Στην Κύπρο ακόμα ο μύθος καλά κρατεί. Απέχουμε ακόμα πολύ απ΄τον κριτικό στοχασμό γύρω απ΄την ιστορία και ειδικά τη δική μας ιστορία, την Κυπριακή.

Θετικό που άνοιξε ένας διάλογος έστω και με τις παλινδρομίσεις. Εδώ την ιστορία την έγραψε η τάξη που ηγήθηκε της κοινωνίας στο νεότερο κυπριακό βίο, την έγραψαν με όλη τη ρητορική που συνόδεψε την άσκηση της πολιτικής εξουσίας και μέσα απ΄το περιεχόμενο της εκπαίδευσης ,με τον εθνικισμό και τα "νάματα του γένους" ,στα οποία στην πραγματικότητα κανείς δεν απ΄ αυτούς που τα αναπαράγουν δεν πιστεύουν.

'Οσοι όντως εμπνέονται απ΄τα ιδανικά των αγώνων για ανεξαρτησία , θα είχαν μια γενικότερη αγωνιστική στάση και δε θα αποδέχονταν απ τη μια την προδοτική δράση προ 74, δε θα ταυτίζονταν με το παρακράτος και, στη μεταπολεμική φάση, δε θα βούλιαζαν στον καταναλωτισμό και τον ατομισμό.

Διερωτώμαι όντως ,όλοι αυτοί οι εκπαιδευτικοί που ταϊζουν τα παιδιά μας παραμύθια στο σχολείο,περί δήθεν πατριωτισμού, ανέξοδα και εκ του ασφαλούς, ποιους αγώνες έχουν να επιδείξουν στον τόπο αυτό για γενικότερα ζητήματα της παιδείας και της κοινωνίας;

Τι είναι τελικά ο πατριωτισμός; Είναι οι περιπαθείς λόγοι σε κάθε εθνική επέτειο μέσα στις κλειστές αίθουσες, σε ένα "εύκολο" και έτοιμο ακροατήριο;

Διερωτώμαι αν δάσκαλοι και καθηγητές προβληματίζονται καθόλου γιατί τα παιδιά δεν αγαπούν την ιστορία, δε μαθαίνουν ιστορία, δεν τους απασχολεί ούτε καν το τι έγινε μόλις πρόσφατα ή τι γίνεται τώρα μέσα σ΄αυτό που λέμε πατρίδα; Παρά τα τόσα κηρύγματα στις εθνικές επετείους, παρά τα κηρύγματα στις τάξεις περί πατρίδος και ακατάλυτου και αδιάσπαστου ελληνισμού, παρά τις παρελάσεις, τους σημαιοστολισμούς και τις διακοσμήσεις με τις μορφές ηρώων.

Μήπως η αλλαγή της σχολικής ιστορίας και ο κριτικός στοχασμός είναι μια υπερεπείγουσα ανάγκη την οποία μετά βδελυγμίας αποτάσσεται η συντήρηση του του τόπου, το ιερατείο, οι εθνικιστές που βλέπουν την ιστορία ως όχημα για τις πολιτικές στοχεύσεις τους στο κυπριακό πρόβλημα -για διατήρηση του διαχωρισμού- καθώς και οι πολιτικοί εκείνοι που πρέπει να αυτοδικαιωθούν για το ρόλο τους στη σύγχρονη ιστορία του νησιού;

Ας ξεφύγουμε επιτέλους απ΄τα συνθήματα, ας ωριμάσουμε και ας συζητήσουμε την ιστορία μας χωρίς ταμπού, Τα ταμπού δεν είναι ίδιον σύγχρονων λαών, ώριμων δημοκρατικών πολιτών και προπάντων της Ευρωπαϊκής σκέψης που τόσο διατεινόμαστε ότι την προωθούμε...

Eva Neocleous είπε...

VaD,
εκφωνήσαμε και φέτος τους καθιερωμένους, ως είθισται, πανηγυρικούς, διαβάσαμε και το εναρμονισμένο με την ατμόσφαιρα εθνικής ανατάσεως μήνυμα του Υπουργού, κάναμε και τις παρελάσεις μας και ..."νετάραμε".
Τι έμεινε; Αυτό είναι το μεγάλο ερώτημα.Πώς εισέπραξαν οι νέοι μας τα αληθινά νοήματα της επανάστασης και του αγώνα για την ελευθερία;
Αυτό, ουδόλως ενδιαφέρει.
Καλό σας βράδυ

Eva Neocleous είπε...

Ανώνυμε/η,
συμφωνώ με τις διαπιστώσεις σας.
Τι να προσθέσω άλλο;

Ανώνυμος είπε...

Ο θρύλος για την ύψωση του λαβάρου της Επανάστασης από τον Παλαιών Πατρών Γερμανό στην Αγία Λαύρα πλάστηκε στην ουσία στο δεύτερο μισό του προηγούμενου αιώνα, με τη συνδρομή ποικίλων παραγόντων, παρόλο που αγνοήθηκε ή διαψεύσθηκε από τη νεοελληνική ιστοριογραφία του 19ου αιώνα. Η αφετηρία του μύθου μπορεί να ανιχνευθεί στην περιγραφή ενός γάλλου περιηγητή, του Πουκεβίλ, που έγραψε το 1824 μια “Ιστορία της ελληνικής επανάστασης”. Εκεί δίνει μια ρομαντική περιγραφή της κήρυξης της επανάστασης, κατάλληλης προς κατανάλωση από το σύγχρονό του ευρωπαϊκό κοινό"

Ανέκαθεν με ενδιέφεραν και με ενδιαφέρουν οι πηγες. Η υπόθεση του Πατρών Γερμανού και η εμπλοκή του στα τότε επαναστατικά τότε πράγματα είναι αν όχι διφορούμενη φαινεται όμως πώς απ την περίπτωση με τον διάλογο Παπαφλέσσα ότι μάλλον δεν είχε καμμία διάθεση να βάλει το κεφάλι στον τορβά και τα προνόμιά του σε διακύβευμα.

Αληθές επίσης για μένα είναι ότι την 25η Μαρτίου 1821 δεν υπήρχε ψυχή στην Αγία Λαύρα για να κάνει την όποια σύναξη και ευλογία επαναστατημένων με τα περίφημα λάβαρα που ο και ο Χριστόδουλος χρησιμοποίησε για τις ταυτότητες (άλλη καούρα κι αυτό!!).

Το δικό μου ερώτημα στο οποίο προσπάθησα να απαντήσω είναι στο ΕΑΝ υπήρξε ή οχι γεγονός, κάποιο γεγονός ΠΑΡΟΜΟΙΟ με αυτό που περιγράφεται σαν αυτό που έχουμε μάθει στα σχολεία και το οποίο για τους άλφα βήτα πολιτικο-θρησκευτικούς λόγους διανθίστηκε και αν θέλετε εξειδανικεύτηκε Δηλαδή να είχαμε μια συγκέντρωση κόσμου σε κάποιο θρησκευτικό χώρο να βγήκε ένας περίφημος λόγος στηριξης ψυχών και καρδιών γιατί το να βγεις σε μια σύγκρουση πολεμική χρειάζεται να μιλήσεις με τέτοιο τρόπο που να εμψυχώσεις τον κόσμο χωρίς τα περίφημα λάβαρα και χωρίς να είναι την 25η αλλά κάποιες η αρκετές μέρες νωρίτερα

Θέλω δλδ να καταλήξω στο εξής..υπήρξε γεγονός, Λόγος Γερμανού προς επαναστατημένους σε εκείνη την χρονική περίοδο πάνω κάτω λίγο πριν την 25η στην ευρύτερη περιοχή της Αχαιας προ της κίνησης των επαναστατών προς την Πάτρα;; Δεν ψάχνω ούτε για Λαβαρα ούτε για 25η ντε και καλά. Προσπαθησα μάλιστα να εντοπίσω αν υπήρξε αναφορά καταγραφή δημοσίευση αντίστοιχου ή αν θέλετε παρόμοιου γεγονότος της επίμαχης περιοδου τον Μάρτιο του 1821 σε έντυπο μεγάλης εφημερίδα της εποχής εκείνης και ειδικότερα στους London Times.

Να σας πώ την αλήθεια δεν πίστεψα πως μπορεί να υπήρχε κάτι εκεί την εποχή από Απρίλη έως Ιούνη στην εφημερίδα καθότι οι ειδήσεις τότε αργούσαν να κυκλοφορήσουν και μέχρι να δημοσιευτούν και να εκτυπωθούν ακόμα περισσότερο..εννοώντας εκείνη την εποχή φυσικά εννοώ αντε το πολύ πολύ 2-2.5 μήνες μετά το γεγονός ή μη γεγονός αν θέλετε το οποίο θα είναι φυσικά και το πιο κοντινό στην όλη αυτή ιστορία. Όσο πιο κοντά είμαστε χρονικά στην καταγραφή δημοσίευση ενός γεγονότος τόσο πιο αξιόπιστο κατ εμέ είναι. Ο Πουκεβίλ αναφέρεται σε ένα τέτοιο περιστατικό δλδ Γερμανός Λόγος για κίνηση Επανάστασης κτλ αλλά αυτό γίνεται περίπου 3 ολόκληρα χρόνια αργότερα. Πιθανότατα να πήρε το πραγματικό ή μη πραγματικό γεγονός και να το διάνθισε να το εξειδανίκευσε.

Πάντως ερευνώντας λοιπόν φτάνω στην εξής πηγή δημοσίευμα των London Times τυπωθεν εν Λονδίνω 11/6/1821 και με ημερομηνία ανταπόκρισης της είδησης από Βιέννη με ημερομηνία 26/5/1821 όπου πέραν του Λόγου Προσφώνηση αν θέλετε του Γερμανού παρατίθενται και άλλα περιστατικά από την Ευρώπη τα οποία έχουν ως κέντρο ανταπόκρισης την Βιέννη την 26η Μαιου 1821.

Ειδικότερα ο τίτλος του δημοσιεύματος έχει ως εξής:
Allocution of Germanicus, Ex- Arch of the first Achaia, Archbishop of Patrasso, to the Clergy and the Faithfull of Peloponnesus, pronounced in the Conventof Mount Velino 8th (20th) of March, 1821
και η σελίδα σε μορφή jpg όλόκληρο το δημοσίευμα είναι το ακόλουθο:
http://www.imageshack.gr/view.php?file=rf3cc1oqwjxhjvt60td0.jpg

και εδώ είναι ολόκληρη η σελίδα στην οποία πάνω πάνω δεξιά φαίνεται η ανταπόκριση Βιέννη 26 Μαιου
http://www.imageshack.gr/files/pbi9l3z63zkl5nlflloi.jpg

Βέβαια τα δημοσιεύματα θέλουν πολλές φορές το ψαξιμό τους και οι πηγες φυσικά δεν είναι πάντα αξιόπιστες.

Πάντως το παραπάνω δημοσίευμα δίνει στοιχεία όπως
1. Λόγος Γερμανού προς πιστούς λαό και κλήρο της Πελοποννήσου
2. Τόπο, ότι έγινε σε θρησκευτικό τόπο "Content" σ.σ μοναστήρι γυναικών, επίσης ότι αυτό το γεγονός έλαβε χώρα στο "Mount of Velino": προφανώς ο Χελμός;;; δεν ξέρω..
3. Ο χρόνος 8/20 Μαρτίου 1821, και το ότι όπως γράφει σε εισαγωγικά ο γράφων απ το Λόγο Γερμανού "Αύριο πρέπει να κινήσουμε υπό τη σκέπη του Σταυρού εναντίον της Πάτρας (Patrasso)
4. Επιτρέπει στο λαό να μη νηστέψει για το Πάσχα γιατί θα χρειαστούν δυνάμεις και συγχωρεί τις αμαρτίες τους
5. Αναφέρεται στις πρώτες σειρές πάλι με εισαγωγικά ο γράφων ότι έφτασε η ώρα να διώξουν οι Έλληνες τον τουρκικό ζυγό. "Turkish yoke" γράφει χαρακτηριστικά

Πάντως όλα τα παραπάνω εξόν του τίτλου είναι σε εισαγωγικά που σημαίνει ότι αυτός που συνέγραψε την είδηση το δημοσίευμα είτε ήταν παρόν στο γεγονός είτε κάποιος άλλος που ήταν παρόν του έστειλε τα ακριβή κατα κάποιο τρόπο λεχθέντα.

Νομίζω είναι πολύ σημαντική πηγή και αν μέχρι τα τώρα δεν είχε αξιολογηθεί πιστεύω πως αξίζει κάποιας αξιολόγησης..

Πάντως η σύναξη με τον Π.Π.Γ με δοξολογίες κλπ προφανώς ΔΕΝ έγινε στις 25. Ίσως να ήταν μιας πιο μικρής αξίας ιστορικό γεγονός το οποίο διογκώθηκε και επειδή η αρχική ημερομηνία για την έναρξη του Αγώνα για συμβολικούς λόγους είχε αποφασιστεί η 25η απ τον Υψηλάντη -και ο ίδιος ο Κολοκοτρώνης αναφέρει την 25η Μαρτίου ως την ημέρα ορόσημο-παρόλο που δεν έγινε ακριβώς τότε αλλά αρκετες ημέρες βδομάδες νωρίτερα ίσως να αποφασίστηκε να οριστεί αυτή η ημερομηνία ως επέτειος της Επανάστασης είτε για να τιμησουν την αρχική απόφαση μαι και που ταίριαζε και με μεγάλη θρησκευτική γιορτή και απ τη στιγμη που το κράτος και εκκλησία ακόμα και σήμερα διαπλέκονται "κότσαραν" και την ιστορία με την Αγία Λαύρα για την ίδια ημερομηνία και έδεσε το γλυκό.